Posted by: Evangelos on: February 20, 2008
Συνεχίζοντας τα σχόλια για το επίμαχο θέμα των πολιτικών κομμάτων, θα πρέπει να γίνει ειδική μνεία στον περίφημο “σιδηρούν νόμο της ολιγαρχίας”.
Ο Michels, λοιπόν, στην πρώτη, λεπτομερή κοινωνιολογική ανάλυση κομμάτων ισχυρίζεται ότι οι δημοκρατικοί σκοποί που θέτουν οι μεγάλοι οργανισμοί – χρησιμοποιεί το παράδειγμα της ιταλικής και της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας – έρχονται σε αντίθεση με το αυστηρά γραφειοκρατικό οικοδόμημα της εσωτερικής τους δομής.
Πιο συγκεκριμένα, ο “σιδηρούν νόμος της ολιγαρχίας” του Michels λέει ότι σε μεγάλους οργανισμούς προκύπτει μια βαθμιαία τάση ανεξαρτητοποίησης των ηγετών έναντι των καθοδηγουμένων που δεν μπορεί εκ των υστέρων να αντιστραφεί, οπότε και μεταβάλλεται η αντιπροσωπευτική λειτουργία των ηγετών σε μια επικυριαρχία των “εντολοδόχων πάνω στους εντολείς” – διότι τα μέλη ούτε έχουν πλέον προϋποθέσεις για έλεγχο αλλά και ούτε στην πλειοψηφία τους επιθυμούν πλέον να αλλάξουν κάτι.
Έτσι, το κόμμα παύει να είναι μια οργάνωση με στόχους συγκεκριμένους και γίνεται ένας απλός μηχανισμός για τη διατήρηση των προνομίων των ολίγων.
Αυτό όμως οδήγησε στην αντίληψη ότι η δημοκρατία είναι ουσιαστικά μια “μη πραγματοποίηση επιθυμία”, αντίληψη που οδηγεί νομοτελειακά, κατά ορισμένους, στο πέρασμα προς το φασισμό – αλλά και στη περίφημη ρήση: “όποιος μιλάει για οργάνωση, μιλάει για ολιγαρχία”.
Παρά τα ενδιαφέροντα ευρήματα της παραπάνω προσέγγισης, υπάρχουν συγκεκριμένα επιστημολογικά προβλήματα.
Πρώτον, ο νόμος του Michels παίρνει χαρακτήρα φυσικού νόμου αφού προβάλλεται ως μια “εμπειρική καθολική κανονικότητα”, ως αμετάβλητο χαρακτηριστικό ανθρώπου και οργάνωσης και δεύτερον, η ανάλυσή του ελέγχεται και για ψυχολογικό ντετερμινισμό λόγω της κληρονομικής ανικανότητας των μαζών να αυτοδιοικηθούν, ανικανότητα που παραπέμπει στις θεωρίες των ελίτ και κυρίως στην αδύνατη χομπσιανή ανθρώπινη φύση.
Εξάλλου, είναι γνωστό πως κάτω από την πίεση άλλων πολιτικών οργανώσεων (π.χ. τα κοινωνικά κινήματα) τα σοσιαλιστικά κόμματα υιοθέτησαν δομές που δεν εμποδίζουν τη συμμετοχή της βάσης, αλλά και τα συντηρητικά με τη σειρά τους λόγω της επιρροής των σοσιαλιστικών εγκατέλειψαν την αυστηρή δομή του κόμματος προυχόντων (κόμμα στελεχών) και στράφηκαν σε μια πιο μαζική (κόμμα μαζών) τομεακή οργάνωση.
Η δε ελληνική περίπτωση με τις κομματικές τοπικές οργανώσεις της δεκαετίας του 80 αποτελεί προέκταση της λογικής της αλληλεπίδρασης των κομμάτων αναφορικά με τα οργανωτικά τους χαρακτηριστικά.
Βεβαίως, μέσα στο κόμμα υπάρχει συνήθως ο λεγόμενος “δημοκρατικός συγκεντρωτισμός”, αναφορικά με την αντιπαράθεση απόψεων στο εσωτερικό του κόμματος, που οδηγεί και στην κατανομή της εξουσίας – δηλαδή όλοι να λένε την άποψή τους, αλλά η γραμμή της πολιτικής και του κόμματος να χαράζεται από την ηγεσία τελικά.
Για αυτό και δεν μπορούμε να κάνουμε αντιστοιχία μεταξύ των διακηρύξεων και της οργάνωσης των κομμάτων – δηλαδή της αντίφασης από τη μια τα κόμματα να μιλούν για ισότητα και από την άλλη να είναι οργανωμένα προς μια άλλη κατεύθυνση.
Στα κομμουνιστικά κόμματα π.χ., λόγω της αυστηρής οργανωτικής τους συγκρότησης, παρουσιάζεται το φαινόμενο της αδράνειας, διότι εν ονόματι της δημοκρατικότητας δημιουργούνται πολλά προβλήματα σε σχέση με τη λήψη αποφάσεων.
Η αδράνεια πάντως παρουσιάζεται γενικότερα σε όλα τα κόμματα γιατί, εκτός των άλλων, η οργάνωση ενός κόμματος είναι συνδεδεμένη με τον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας και τη σχέση κόμματος και κοινωνίας, οπότε και οι διαιρετικές τομές της κοινωνίας εγγράφονται στο πλαίσιο του κόμματος.
Σχετικά links: Πολιτικά κόμματα, Πολιτικά κόμματα II, Πολιτικά κόμματα IV