Posted by: Evangelos on: February 20, 2008
Συνεχίζοντας τα σχόλια για το επίμαχο θέμα των πολιτικών κομμάτων, θα πρέπει να γίνει ειδική μνεία στον περίφημο “σιδηρούν νόμο της ολιγαρχίας”.
Ο Michels, λοιπόν, στην πρώτη, λεπτομερή κοινωνιολογική ανάλυση κομμάτων το 1911 ισχυρίζεται ότι οι δημοκρατικοί σκοποί που θέτουν οι μεγάλοι οργανισμοί – χρησιμοποιεί το παράδειγμα της ιταλικής και της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας – πρέπει κατ’ ανάγκη να έρχονται σε αντίθεση με το αυστηρά γραφειοκρατικό οικοδόμημα της εσωτερικής τους δομής.
Έτσι, ο “σιδηρούν νόμος της ολιγαρχίας” του Michels λέει ότι σε μεγάλους οργανισμούς προκύπτει μια βαθμιαία τάση ανεξαρτητοποίησης των ηγετών έναντι των καθοδηγουμένων που δεν μπορεί εκ των υστέρων να αντιστραφεί, οπότε και μεταβάλλεται η αντιπροσωπευτική λειτουργία των ηγετών σε μια επικυριαρχία των “εντολοδόχων πάνω στους εντολείς” – διότι τα μέλη ούτε έχουν πλέον προϋποθέσεις για έλεγχο αλλά και ούτε στην πλειοψηφία τους πλέον επιθυμούν να αλλάξουν κάτι.
Έτσι, το κόμμα παύει να είναι μια οργάνωση με στόχους συγκεκριμένους και γίνεται ένας απλός μηχανισμός για τη διατήρηση των προνομίων των ολίγων.
Αυτό όμως οδήγησε στην αντίληψη ότι η δημοκρατία είναι μια “μη πραγματοποίηση επιθυμία”, πράγμα που οδηγεί και νομοτελειακά στο πέρασμα προς το φασισμό – αλλά και στο περίφημο “όποιος μιλάει για οργάνωση, μιλάει για ολιγαρχία”.
Παρά τα ενδιαφέροντα ευρήματα της παραπάνω προσέγγισης, υπάρχουν συγκεκριμένα επιστημολογικά προβλήματα.
Πρώτον, ο νόμος του Michels παίρνει χαρακτήρα φυσικού νόμου αφού προβάλλεται ως μια “εμπειρική καθολική κανονικότητα”, ως αμετάβλητο χαρακτηριστικό ανθρώπου και οργάνωσης και δεύτερον, η ανάλυσή του ελέγχεται και για ψυχολογικό ντετερμινισμό λόγω της κληρονομικής ανικανότητας των μαζών να αυτοδιοικηθούν που παραπέμπει στις θεωρίες των ελίτ και κυρίως στην αδύνατη χομπσιανή ανθρώπινη φύση.
Εξάλλου, είναι γνωστό πως κάτω από την πίεση άλλων πολιτικών οργανώσεων (π.χ. τα κοινωνικά κινήματα) τα σοσιαλιστικά κόμματα υιοθέτησαν δομές που δεν εμποδίζουν τη συμμετοχή της βάσης, αλλά και τα συντηρητικά με τη σειρά τους λόγω της επιρροής των σοσιαλιστικών εγκατέλειψαν την αυστηρή δομή του κόμματος προυχόντων (κόμμα στελεχών) και στράφηκαν σε μια πιο μαζική (κόμμα μαζών) τομεακή οργάνωση.
Η δε ελληνική περίπτωση με τις κομματικές τοπικές οργανώσεις της δεκαετίας του 80 αποτελεί προέκταση της λογικής της αλληλεπίδρασης των κομμάτων αναφορικά με τα οργανωτικά τους χαρακτηριστικά.
Βεβαίως, μέσα στο κόμμα υπάρχει συνήθως ο λεγόμενος “δημοκρατικός συγκεντρωτισμός”, όσον αφορά την αντιπαράθεση απόψεων στο εσωτερικό του κόμματος, που οδηγεί και στην κατανομή της εξουσίας – δηλαδή όλοι να λέμε την άποψή μας, αλλά η γραμμή της πολιτικής μας και του κόμματός μας χαράζεται από τον πρόεδρο τελικά.
Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να κάνουμε αντιστοιχία μεταξύ των διακηρύξεων και της οργάνωσης των κομμάτων – δηλαδή της αντίφασης από τη μια τα κόμματα να μιλούν για ισότητα και από την άλλη να είναι οργανωμένα προς μια άλλη κατεύθυνση.
Στα κομμουνιστικά κόμματα π.χ., λόγω της αυστηρής οργανωτικής τους συγκρότησης, παρουσιάζεται το φαινόμενο της αδράνειας, διότι εν ονόματι της δημοκρατικότητας δημιουργούνται άλλα προβλήματα.
Η αδράνεια πάντως παρουσιάζεται γενικότερα σε όλα τα κόμματα γιατί, εκτός των άλλων, η οργάνωση ενός κόμματος είναι συνδεδεμένη με τον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας και τη σχέση κόμματος και κοινωνίας, οπότε και οι διαιρετικές τομές της κοινωνίας εγγράφονται στο πλαίσιο του κόμματος.
Σχετικά links: Πολιτικά κόμματα, Πολιτικά κόμματα II, Πολιτικά κόμματα IV