Αναστοχαστικότητα και αλλοτρίωση

Κατά κανόνα, αλλά μάλλον περιοριστικά, η εννοιοκρατική επίκληση της αλλοτρίωσης παραπέμπει στη μαρξική σκέψη. Και αυτό διότι στη σκέψη του κλασσικού στοχαστή ως αιτιογόνος απαρχή της απόσπασης της αυτενέργειας και αποδόμησης εν συνεχεία του υποκειμένου νοείται η υλιστική πραγματικότητα - μια πραγματικότητα που κατανοείται μόνο μέσα από το κοινωνικό πρίσμα της ταξικής δομής των κοινωνιών.

Ουσιαστικά εδώ έχουμε μια κριτική αντίστιξη απέναντι στην κατά Φώϋερμπαχ προσέγγιση της αλλοτρίωσης - η οποία περιστρέφεται γύρω από την απώλεια ανθρώπινων χαρακτηριστικών που προβάλλονται κατά ένα αντιφατικό τρόπο στη μεταφυσική αποτύπωση του θείου.

Αν και αυτή η απώλεια αφορά κυρίως την αυτονομία και την δημιουργικότητα του ατόμου, δυνητικά μπορεί να εγγραφεί σε κάθε «χαμένη» από την ιστορική εξέλιξη ιδιότητα του υποκειμένου.

Στη βάση αυτής της αφαιρετικής προϋπόθεσης και προσπερνώντας το όραμα της «συλλογικής ουσίας» που κορυφώνει τη σκέψη του Φώϋερμπαχ, μπορούμε να θεωρήσουμε ως άρση της αλλοτρίωσης επιμέρους εκφάνσεις του «Είναι των αισθήσεων, της αντίληψης, των συναισθημάτων και της αγάπης», όπως αυτή της παιδικότητας.

Στο βαθμό που μια τέτοια ανάκλαση της παιδικότητας συνιστά μια αποφατικά οριζόμενη έκφραση συναισθημάτων αγάπης και φιλίας, μπορεί και να τεθεί ως ένας βραχυπρόθεσμος τρόπος αυτοπραγμάτωσης - τέτοιος που να συνάδει με τις κοινωνικές συνθήκες που δημιουργεί το καλοκαίρι στη χώρα μας.

Αντί λοιπόν για καλό καλοκαίρι, σας εύχομαι καλή - εξατομικευμένη και κατά Φώϋερμπαχ - άρση της αλλοτρίωσης.

Σχετικά links: Αναστοχαστικότητα και εξατομίκευση, Αναστοχαστικότητα και εαυτός

12 comments Ιούνιος 19, 2008

Εξατομίκευση και πορνογραφία

Με αφορμή την ανάρτηση της περίληψης του θέματος της διδακτορικής μου διατριβής στην προσωπική ιστοσελίδα του επιβλέποντος Καθηγητή Νίκου Δεμερτζή, παραθέτω και εδώ αυτούσιο το εν λόγω κείμενο.

Κύριο άξονα λοιπόν της διδακτορικής διατριβής αποτελεί η μελέτη της πορνογραφίας στο διαδίκτυο σε σχέση και αναφορικά με τη συνθήκη της εξατομίκευσης (individualization).

Καθοριστικό σημείο ανάλυσης αποτελεί η γραμματική του μέσου διαδίκτυο διότι από αυτήν προκύπτει και το ακρογωνιαίο ζήτημα του υπό μελέτη θέματος που αναδεικνύει και την κεντρική διάσταση του φαινομένου της εξατομίκευσης: ελευθερία της πρόσβασης και επιλογής vs το πρόταγμα της αυτονομίας του υποκειμένου.

Τα βασικά ερευνητικά ερωτήματα που τίθενται είναι τα παρακάτω: Η δυνατότητα πρόσβασης σε πορνογραφικό υλικό της προσωπικής μου αρεσκείας συνιστά μόνο “ελευθερία επιλογής” (individual freedom κατά τον Simmel);

Τί σημαίνει η δυνατότητα να έχει κάποιος συνεχή και χωρίς ιδιαίτερο κόστος πρόσβαση σε πορνογραφικό υλικό; Συνιστά η παρακολούθηση τέτοιου υλικού “προβολή εξουσιαστικής δράσης”; Η γραμματική του διαδικτύου συμβάλλει στην αίσθηση “αποσπασματικής κατοχής δυνητικής εξουσίας”;

Εν τέλει, απουσία αυτοπραγμάτωσης (self-realization), αποδόμηση του υποκειμένου ή επανακατασκευή της ταυτότητας του ατόμου;

Βασική μεθοδολογική προσέγγιση πρόκειται να αποτελέσει η ανάλυση λόγου (discourse analysis), ενώ η αναγωγή και σύνδεση της λογικής της διαδικτυακής πορνογραφίας σε σχέση με τη συνθήκη της εξατομίκευσης θα επιχειρηθεί με βάση το έργο του Georg Simmel.

Κι αυτό διότι στο κλασσικό έργο του Γερμανού διανοητή βλέπουμε την πρώτη χαρακτηριστική αποτύπωση της προβληματικής ότι το πρόταγμα της νεωτερικότητας για την ελευθερία του ατόμου και τις νέες δυνατότητες για αυτοπραγμάτωση του υποκειμένου δεν μπορεί να ολοκληρωθεί απλά και μόνο με τη δυνατότητα να ζει κάποιος με τον τρόπο που καθορίζει - ή που έστω νομίζει ότι καθορίζει - εκείνος.

Σχετικά links: Αναστοχαστικότητα και εξατομίκευση

9 comments Μάιος 4, 2008

Αναστοχαστικότητα και εξατομίκευση

Η ρητορική περί της συνθήκης της εξατομίκευσης - δηλαδή την ταυτόχρονη αντιφατική συνύπαρξη ομοιομορφίας και ιδιαιτερότητας - σχετίστηκε σε μεγάλο βαθμό με τη συζήτηση περί κορεσμού των σύγχρονων κοινωνιών από τις αμέτρητες πληροφορίες που μας κατακλύζουν.

Μια κατάσταση που εμποδίζει και αποθαρρύνει τον άνθρωπο από το να παράγει γνώση και αναστοχαστικότητα - αυτός είναι ο περίφημος «κορεσμένος εαυτός» σύμφωνα με έναν διακεκριμένο στοχαστή.

Η σύγχρονη δηλαδή κοινωνία είναι μια κοινωνία ροών σημείων και εικόνων σε διαρκή και άναρχη αλλαγή με τρομακτικές συνέπειες και επιδράσεις για την αντίληψη του χρόνου, του χώρου, της ιστορίας και της ζωής της ίδιας.

Μια κατάσταση που φανερώνει μια πλευρά δυσκολίας προσανατολισμού στο σύγχρονο κόσμο ή «αδυναμίας διαμόρφωσης ατομικών συνθηκών» σύμφωνα με έναν κλασσικό κοινωνιολόγο - κάτι που βιώνω και εγώ τελευταία.

Κύριο χαρακτηριστικό της προσωπικής μου σύγχυσης αποτελούν οι τρομακτικές αντιφάσεις από τη λήψη πληροφοριών σε κοινωνικό και ταξικό επίπεδο - η κλίμακα των οποίων κυμαίνεται από τις μεγαλοαστικές ουτοπίες της ημέρας μέχρι τις πιο λούμπεν και καλτ καταστάσεις της νύχτας.

Μια κατάσταση που καθιστά δύσκολη την αποτίμηση του προσωπικού κόστους να ζεις και έντονα και με στόχους - ένα κόστος που πράγματι δεν μπορώ να σταθμίσω όσο είμαι βυθισμένος στην εξατομικευμένη «μπλαζέ πραγματικότητά» μου.

Σχετικά links: Αναστοχαστικότητα και εαυτός, Εξατομίκευση και πορνογραφία, Αναστοχαστικότητα και αλλοτρίωση

8 comments Απρίλιος 16, 2008

Αναστοχαστικότητα και χρόνος

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες συζητήσεις στο πλαίσιο της μετανεωτερικότητας είναι και αυτή για τον χρόνο.

Αν και το θέμα είναι μάλλον ανεξάντλητο - λόγω και των φιλοσοφικών του προεκτάσεων - θα περιοριστώ σε τέσσερα από τα χαρακτηριστικά του χρόνου στην κοινωνία της διακινδύνευσης.

Έτσι έχουμε καταρχήν την αυξανόμενη ταχύτητα με την οποία κινούνται τα πράγματα στην σύγχρονη εποχή, και η οποία σχετίζεται κυρίως με την απανταχού ρευστότητα.

Στην ίδια λογική εντάσσεται και η χωροχρονική συμπίεση - ή αλλιώς πλήρης αποδέσμευση από χώρο και χρόνο - λόγω της εκτεταμένης διασύνδεσης του κόσμου από την χρήση των νέων τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας.

Εν συνεχεία, έχουμε τον λεγόμενο κατακερματισμό του χρόνου, δηλαδή την ταυτόχρονη αντιφατική συνύπαρξη κατανόησης και αγνωσίας του ότι ζούμε και τον χρόνο της στιγμής και τον ιστορικό ή βιολογικό χρόνο, ο οποίος σχετίζεται κυρίως με την συνθήκη της εξατομίκευσης.

Τέλος, έχουμε την ιδιαίτερη αξία των χρονισμών (timing) στον σύγχρονο κόσμο λόγω της πολλαπλότητας των εγκλίσεων και της συνείδησης της συστηματικής αλληλεξάρτησης σε πολλαπλά επίπεδα.

Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι μια προϊούσα αναντιστοιχία ανάμεσα στην αναστοχαστικότητα και τον χρόνο δεδομένου της διαφορετικής προσέγγισης του τελευταίου.

Ο χρόνος δηλαδή στην εποχή της ύστερης νεωτερικότητας γίνεται αντιληπτός κυρίως ως αρχή και ουχί ως τέλος - το τέλος που συνιστά και με τις δυο έννοιες του (λήξη και σκοπός) μια από τις πιο σημαντικές πηγές αναστοχαστικότητας.

Αυτός όμως ο αυτοσκοπός της αρχής αποτελεί, σε τελευταία ανάλυση, έκφανση της ιδεολογικής υπερδομής του καπιταλισμού στον βαθμό που αποτυπώνει την δυνατότητα της ταξικοκοινωνικής ανέλιξης που υποσχέθηκε το κοινωνικό συμβόλαιο.

Υπό αυτή την έννοια, ο χρόνος στη μετανεωτερικότητα συνιστά εστία αλλοτρίωσης.

Βεβαίως, από μια πολύ διαφορετική σκοπιά και διαστρέφοντας πλήρως τη λογική της παραπάνω θέσης, η πρωτόγνωρη για μένα απουσία χρόνου τελευταία ούτε να αλλοτριωθώ δεν μου επιτρέπει.

Σχετικά links: Αναστοχαστικότητα και μεταθανάτιο άγχος

5 comments Μάρτιος 24, 2008

Αναστοχαστικότητα και εαυτός

Η τυπολογική διάκριση των κοινωνιών σε παραδοσιακές, νεωτερικές (από τον 16ο, ή 18ο κατά άλλους, αιώνα και μετά) και μετανεωτερικές (ως μετανεωτερικότητα νοείται η επίταση των συνεπειών της νεωτερικότητας τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες) είθισται να συνοδεύεται και από επιμέρους ταξηδηλωτικές αναπαραστάσεις.

Πλέον ενδεικτική είναι η διάκριση με βάση την διαφοροποίηση. Έτσι, οι παραδοσιακές κοινωνίες είναι αδιαφοροποίητες, οι νεωτερικές χαρακτηρίζονται από την διαφοροποίηση και οι μετανεωτερικές προσδιορίζονται από την υπερδιαφοροποίηση - ή κατακερματισμό κατά ορισμένους.

Στον βαθμό που η κοινωνική θεωρία θεωρεί ότι έχει περιγράψει επαρκώς τα χαρακτηριστικά των παραδοσιακών και νεωτερικών κοινωνιών, εσχάτως έχει στρέψει την ενασχόλησή της με τις μεγάλες και σύνθετες έννοιες στην σύγχρονη, μετανεωτερική εποχή.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, η έννοια του εαυτού κατέχει κεντρική θέση στην επιστημονική βιβλιογραφία, ειδικά σε σχέση με την θεωρία των ταυτοτήτων - ο εαυτός συνιστά μεγαλύτερη υπαρξιακή έννοια από την ταυτότητα, η οποία όμως αποτελεί απόληξη του εαυτού.

Οι χαρακτηρισμοί για τον σύγχρονο εαυτό είναι αρκετοί και πολύ ενδιαφέροντες. Ένας από αυτούς ανάγεται και στην παραπάνω κατηγοριοποίηση.

Έτσι, ο εαυτός στις παραδοσιακές κοινωνίες είναι εγωπαθής, στις νεωτερικές εγωιστής και στις μετανεωτερικές εγωκεντρικός.

Σύμφωνα δηλαδή με την παραπάνω προσέγγιση, ο άνθρωπος της σύγχρονης κοινωνίας συμπεριφέρεται εκ των πραγμάτων εγωκεντρικά - έστω και αν αυτόπραγματώνεται μέσω ενός Άλλου.

Ο εγωκεντρικός εαυτός - πάντα στην βάση της συνθήκης της εξατομίκευσης - συνιστά μια από τις κορυφαίες αντινομίες των κοινωνιών της διακινδύνευσης.

Από τη μια δηλαδή οι σύγχρονες δομές και ο τρόπος ζωής απευθύνονται στο μεμονωμένο άτομο, από την άλλη όμως αυτό αισθάνεται αδύναμο να ανταποκριθεί από μόνο του στις επιταγές της σύγχρονης υπερδομής που απομακρύνει το άτομο από την κλασσική έννοια της αυτονομίας και της συμβίωσης.

Κατανοώ πόσο σύνθετη και δυσνόητη μπορεί να είναι αυτή η συζήτηση.

Γι’ αυτό και μοναδικός στόχος αυτού του post είναι να προκαλέσει τους αναγνώστες του να αναστοχαστούν πάνω στον εύκολο αφορισμό που χρησιμοποιείται από όλους σχεδόν περί «εγωιστικών συμπεριφορών» των γύρω μας.

Χρειάζεται να ενσκήψουμε με μεγαλύτερη προσοχή στον άνθρωπο της μετανωτερίκοτητας - ένας εκ των οποίων είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Άλλοτε, πράγματι εγωιστής. Πάντοτε όμως, αναγκαστικά, εγωκεντρικός.

Σχετικά links: Αναστοχαστικότητα και εξατομίκευση, Αναστοχαστικότητα και αλλοτρίωση

11 comments Μάρτιος 16, 2008

Αναστοχαστικότητα και βιβλίο

Αποδεχόμενος την πρόσκληση των Uroborous, Καλά… Ελληνική Διαφήμιση και Έχετε Δυο Αγελάδες; είπα να συμμετάσχω και εγώ στο περίφημο Blog Chain Game, τις οδηγίες του οποίου παραθέτω:

1. Πιάσε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε σένα.
2. Άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 123 (αν το βιβλίο διαθέτει λιγότερες από 123 σελίδες, άφησέ το και πήγαινε στο επόμενο κοντινότερο).
3. Βρες την πέμπτη περίοδο (από τελεία σε τελεία, αν θυμάσαι) της σελίδας.
4. Ανάρτησε τις επόμενες τρεις περιόδους (δηλ. την έκτη, την έβδομη και την όγδοη).
5. Ζήτα από πέντε ανθρώπους να κάνουν το ίδιο.

Η αλήθεια είναι ότι διαβάζοντας αναρτήσεις για αυτό το παιχνίδι είδα ότι όλοι παράθεσαν αποσπάσματα από λογοτεχνικά βιβλία.

Μια επιλογή που είναι αδύνατη για εμένα μιας και ποτέ δεν διάβασα ούτε ένα λογοτεχνικό βιβλίο.

Έτσι, η εύλογη περισυλλογή αφορά την περίφημη ρικεριανή λογική περί κατανόησης του εαυτού μας μέσα από την επαφή με το κείμενο. Δεν είναι όμως πεπερασμένη η εν λόγω αναστοχαστική διαδικασία όταν αποκλείεται η ανάγνωση βιβλίων που δεν υπάρχει δυνατότητα βιωματικής ταύτισης με ήρωες ιστοριών;

Μεγάλη συζήτηση. Ας περιοριστώ οπότε στην προσταγή του παιχνιδιού.

Από το εξαιρετικό «Ρευστή αγάπη: Για την ευθραυστότητα των ανθρωπίνων δεσμών» του Ζύγκμουντ Μπάουμαν, διαβάζω:

[…] Όπως όμως, ο μετριασμός της ανάγκης και των πιέσεων της «απλής επιβίωσης» υπήρξε η αναγκαία συνθήκη για την επιτυχία των εμπορικών κέντρων, έτσι και τα ραντεβού στο Διαδίκτυο δεν θα μπορούσαν να σταθούν από μόνα τους, αν δεν είχαν βοηθηθεί και υποστηριχθεί από την αφαίρεση της πλήρους απασχόλησης, της δέσμευσης και της υποχρέωσης «να είμαι εκεί όποτε με χρειαστείς» από τον κατάλογο των αναγκαίων συνθηκών της σχέσης.

Η ευθύνη της απάλειψης αυτών των συνθηκών δεν είναι δυνατόν να επιρρηφθεί στην εικονική θύρα των ηλεκτρονικών ραντεβού.

Συνέβησαν πολλά αλλά καθ’ οδόν προς τη ρευστή μοντέρνα, εξατομικευμένη κοινωνία, τα οποία έκαναν τις μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις ανυπόστατες, τους δεσμούς μακράς διάρκειας εξωτικό φρούτο και την υποχρέωση αμοιβαίας συμπαράστασης «ό,τι και αν γίνει» προοπτική που ούτε ρεαλιστική είναι ούτε θεωρείται ότι αξίζει και πολύ τον κόπο […]

Νομίζω βέβαια πως το τυχαίο κατά το παιχνίδι απόσπασμα σηκώνει από μόνο του πολλή συζήτηση.

Σε οποιαδήποτε περίπτωση, προσκαλώ και εγώ με τη σειρά μου τους πέντε σχολιαστές του προηγούμενου post Αρχική Σελίδα, Διασταυρώσεις, Σκέφτομαι και γράφω, Vasikos metoxos και Mmexer να συμμετάσχουν στο παιχνίδι.

5 comments Μάρτιος 8, 2008

Πολιτικά κόμματα IV

Ολοκληρώνοντας αυτή τη σειρά των post για τα πολιτικά κόμματα θα πρέπει να προστεθούν κάποια τελευταία σχόλια σχετικά με τον μετασχηματισμό των κομμάτων - ώστε να γίνουν και οι αναγκαίες αναφορές για την ελληνική περίπτωση.

Έτσι, σύμφωνα με τον Kircheimer, τα κόμματα έγιναν πολυσυλλεκτικά (catch-all) διότι:

- αλλοιώθηκαν οι ευδιάκριτοι ταξικοί διαχωρισμοί λόγω της πλήρης εμπορευματοποίησης των αγαθών και της εκτεταμένης κατανάλωσης από το σύνολο των κοινωνιών.
- απομακρύνθηκαν τα κόμματα από τις παραδοσιακές λειτουργίες τους, υποβαθμίστηκε ο ρόλος του απλού μέλους και επικράτησε η συνειδητή επιλογή του ηγέτη με γνώμονα την εκλογική επιτυχία.
- κατέστη σαφές ότι ο ανταγωνισμός των κομμάτων στην εκλογική αγορά τα οδηγεί στη δοκιμασμένη και αποτελεσματική πρακτική συνολικής αντιπαράθεσης για να κινητοποιηθεί όλη η δυνάμει εκλογική πελατεία.

Η κριτική που ασκείται στην παραπάνω κλασσική προσέγγιση του γερμανού διανοητή είναι:

- πρώτον για τον τρόπο που δέχεται τις λειτουργίες, δηλαδή ότι τις παλιές τα κόμματα τις υιοθετούσαν ακούσια ενώ τις νέες εκούσια.
- δεύτερον αφενός η ενδυνάμωση του ηγέτη δεν είναι κάτι καινούργιο αν αναλογιστούμε μάλιστα το «σιδηρούν νόμο της ολιγαρχίας», αφετέρου ελέγχεται και στο ότι η εκλογή του ηγέτη γίνεται με βάση τους πολιτικούς συσχετισμούς δυνάμεων εντός του κόμματος, πολλές φορές και εκτός αυτού.
- τρίτον η ανάλυση, σύμφωνα και με το δεύτερο, αδιαφορεί και παραβλέπει την εσωκομματική οργάνωση των κομμάτων.
- τέταρτον τα κόμματα ανέκαθεν προσπαθούσαν να σταθεροποιήσουν την εκλογική τους πελατεία και επιλογή - τα κόμματα δηλαδή έχουν μια «διττή φύση», από τη μια είναι μηχανισμοί ανατροπής αλλά ταυτόχρονα από την άλλη είναι και ενσωμάτωσης.
- πέμπτον μπορεί τα κόμματα να χαμήλωσαν τους ιδεολογικούς τόνους όμως δεν απώλεσαν την ιδεολογία τους σύμφωνα και με τη συζήτηση περί του τέλους της ιδεολογίας - τα κόμματα δηλαδή δεν μπορούν να ξεπεράσουν τις γενεσιουργές τους αιτίες, όσο και αν ο πολυσυλλεκτισμός υποσκάπτει την ιδεολογική τους βάση.

Η δυναμική όμως των παραπάνω χαρακτηριστικών «ανάγκασαν» εν τέλει τα κόμματα να υιοθετήσουν σε μεγάλο βαθμό τις κυβερνητικές λογικές.

Έτσι, τα κόμματα φαίνεται να απομακρύνονται από τη μία από την κοινωνία και να έρχονται πιο κοντά προς το κράτος από την άλλη - γι’ αυτό και έχουν την συνεχή ανάγκη της νομιμοποίησης που τα οδηγεί στη συνεχή επίκληση του λαού και της συνταγματικής τους κατοχύρωσης, αλλά και της περίφημης ευημερίας των αριθμών, αφού οι πόροι του κόμματος προέρχονται από το κράτος.

Αυτή τη διαδικασία έχει ορθά αποκληθεί από έλληνα πολιτικό επιστήμονα ως «αποκομματικοποίηση των κομμάτων» τα οποία πλέον είναι τα λεγόμενα «κόμματα κράτους».

Έτσι σύμφωνα με έναν άλλο θεωρητικό των κομμάτων, τη μετεξέλιξη της μορφής του κόμματος από το μαζικό στο πολυσυλλεκτικό, ακολούθησε ο μετασχηματισμός του σε αυτό που ονομάστηκε cartel party - δηλαδή ένα αυτό-αναφερόμενο κόμμα, αποξενωμένο από τις κοινωνικές του αναφορές, που κάνει πολιτική για τον εαυτό του απολαμβάνοντας τα προνόμια της θεσμοποίησής του στον κρατικό μηχανισμό.

Πλέον χαρακτηριστική περίπτωση κομμάτων cartel αποτελούν τα ελληνικά. Τόσο χαρακτηριστική που καθιστά τη συζήτηση για το κόμμα δικτύου (network party) και το ανοιχτό κόμμα (open party) κενή περιεχομένου.

Σχετικά links: Πολιτικά κόμματα, Πολιτικά κόμματα II, Πολιτικά κόμματα III

9 comments Φεβρουάριος 24, 2008

Πολιτικά κόμματα III

Συνεχίζοντας τα σχόλια για το επίμαχο θέμα των πολιτικών κομμάτων, θα πρέπει να γίνει ειδική μνεία στον περίφημο «σιδηρούν νόμο της ολιγαρχίας».

Ο Michels, λοιπόν, στην πρώτη, λεπτομερή κοινωνιολογική ανάλυση κομμάτων το 1911 ισχυρίζεται ότι οι δημοκρατικοί σκοποί που θέτουν οι μεγάλοι οργανισμοί - χρησιμοποιεί το παράδειγμα της ιταλικής και της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας - πρέπει κατ’ ανάγκη να έρχονται σε αντίθεση με το αυστηρά γραφειοκρατικό οικοδόμημα της εσωτερικής τους δομής.

Έτσι, ο «σιδηρούν νόμο της ολιγαρχίας» του Michels λέει ότι σε μεγάλους οργανισμούς προκύπτει μια βαθμιαία τάση ανεξαρτητοποίησης των ηγετών έναντι των καθοδηγουμένων που δεν μπορεί εκ των υστέρων να αντιστραφεί, οπότε και μεταβάλλεται η αντιπροσωπευτική λειτουργία των ηγετών σε μια επικυριαρχία των «εντολοδόχων πάνω στους εντολείς» - διότι τα μέλη ούτε έχουν πλέον προϋποθέσεις για έλεγχο αλλά και ούτε στην πλειοψηφία τους πλέον επιθυμούν να αλλάξουν κάτι.

Έτσι, το κόμμα παύει να είναι μια οργάνωση με στόχους συγκεκριμένους και γίνεται ένας απλός μηχανισμός για τη διατήρηση των προνομίων των ολίγων.

Αυτό όμως οδήγησε στην αντίληψη ότι η δημοκρατία είναι μια «μη πραγματοποίηση επιθυμία», πράγμα που οδηγεί και νομοτελειακά στο πέρασμα προς το φασισμό - αλλά και στο περίφημο «όποιος μιλάει για οργάνωση, μιλάει για ολιγαρχία».

Παρά τα ενδιαφέροντα ευρήματα της παραπάνω προσέγγισης, υπάρχουν συγκεκριμένα επιστημολογικά προβλήματα.

Πρώτον, ο νόμος του Michels παίρνει χαρακτήρα φυσικού νόμου αφού προβάλλεται ως μια «εμπειρική καθολική κανονικότητα», ως αμετάβλητο χαρακτηριστικό ανθρώπου και οργάνωσης και δεύτερον, η ανάλυσή του ελέγχεται και για ψυχολογικό ντετερμινισμό λόγω της κληρονομικής ανικανότητας των μαζών να αυτοδιοικηθούν που παραπέμπει στις θεωρίες των ελίτ και κυρίως στην αδύνατη χομπσιανή ανθρώπινη φύση.

Εξάλλου, είναι γνωστό πως κάτω από την πίεση άλλων πολιτικών οργανώσεων (π.χ. τα κοινωνικά κινήματα) τα σοσιαλιστικά κόμματα υιοθέτησαν δομές που δεν εμποδίζουν τη συμμετοχή της βάσης, αλλά και τα συντηρητικά με τη σειρά τους λόγω της επιρροής των σοσιαλιστικών εγκατέλειψαν την αυστηρή δομή του κόμματος προυχόντων (κόμμα στελεχών) και στράφηκαν σε μια πιο μαζική (κόμμα μαζών) τομεακή οργάνωση.

Η δε ελληνική περίπτωση με τις κομματικές τοπικές οργανώσεις της δεκαετίας του 80 αποτελεί προέκταση της λογικής της αλληλεπίδρασης των κομμάτων αναφορικά με τα οργανωτικά τους χαρακτηριστικά.

Βεβαίως, μέσα στο κόμμα υπάρχει συνήθως ο λεγόμενος «δημοκρατικός συγκεντρωτισμός», όσον αφορά την αντιπαράθεση απόψεων στο εσωτερικό του κόμματος, που οδηγεί και στην κατανομή της εξουσίας - δηλαδή όλοι να λέμε την άποψή μας, αλλά η γραμμή της πολιτικής μας και του κόμματός μας χαράζεται από τον πρόεδρο τελικά.

Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να κάνουμε αντιστοιχία μεταξύ των διακηρύξεων και της οργάνωσης των κομμάτων - δηλαδή της αντίφασης από τη μια τα κόμματα να μιλούν για ισότητα και από την άλλη να είναι οργανωμένα προς μια άλλη κατεύθυνση.

Στα κομμουνιστικά κόμματα π.χ., λόγω της αυστηρής οργανωτικής τους συγκρότησης, παρουσιάζεται το φαινόμενο της αδράνειας, διότι εν ονόματι της δημοκρατικότητας δημιουργούνται άλλα προβλήματα.

Η αδράνεια πάντως παρουσιάζεται γενικότερα σε όλα τα κόμματα γιατί, εκτός των άλλων, η οργάνωση ενός κόμματος είναι συνδεδεμένη με τον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας και τη σχέση κόμματος και κοινωνίας, οπότε και οι διαιρετικές τομές της κοινωνίας εγγράφονται στο πλαίσιο του κόμματος.

Σχετικά links: Πολιτικά κόμματα, Πολιτικά κόμματα II, Πολιτικά κόμματα IV

Add comment Φεβρουάριος 20, 2008

Πολιτικά κόμματα II

Σε συνέχεια του προηγούμενου post για τα πολιτικά κόμματα, θα πρέπει να γίνουν κάποια γενικότερα σχόλια για την σχέση κομμάτων και κοινωνίας.

Οι βασικοί, λοιπόν, παράμετροι των κομμάτων είναι οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί και το νομικο-ηθικό (αξιακό) πλαίσιο μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα η πολιτική διαδικασία.

Η καταμέτρηση, οπότε, της σχέσης των κομμάτων με βάση την ψήφο είναι περιοριστική, διότι μπορεί να αντανακλά τον εκλογικό συσχετισμό δυνάμεων όχι όμως, πάντοτε, και τον κοινωνικό - π.χ. η αριστερά στην ελληνική κοινωνία.

Έτσι, έχουμε τρεις βασικές προσεγγίσεις για την σχέση μεταξύ κομμάτων και κοινωνίας, οι οποίες όμως είναι περιοριστικές κυρίως λόγω της επικράτησης του κοινωνικού φαινομένου της εξατομίκευσης που θέτει υπό αμφισβήτηση, εκτός των άλλων, την αρχή που θέλει η ύπαρξη της πολιτικής δράσης να έχει ως προϋπόθεση την παρουσία υποχρεωτικών συλλογικών πεποιθήσεων.

Πρώτη, η αντιμετώπιση με βάση την αναγωγή ή όχι ενός κόμματος σε μια κοινωνική τάξη. Τα κόμματα όμως έχουν μια σχετική αυτονομία απέναντι στις κοινωνικές τάξεις:

- επειδή συναντάμε διάφορα κοινωνικά στρώματα εντός των τάξεων,
- επειδή η αδράνεια των παλιών τάξεων και η δημιουργία νέων δεν επιτρέπει την πλήρη αντιστοιχία κόμματος και τάξεων,
- επειδή το κόμμα πρέπει να έχει μια απόσταση από την τάξη για να μπορεί να αποδομεί τα συμφέροντα των άλλων τάξεων,
- λόγω της ύπαρξης επιλογών αλλά και στρατηγικών των κοινωνικών τάξεων,
- λόγω της συνολικής αναδιάταξης της κοινωνικής διαστρωμάτωσης - δηλαδή της αποδυνάμωσης των ταξικών διακρίσεων και την άνοδο της σύγχρονης αστικής τάξης.

Η προσέγγιση βέβαια αυτή δεν λαμβάνει υπόψη τις πολιτικές του κόμματος που το φέρνουν πιο κοντά με την εκάστοτε τάξη - παρά ταύτα η ταξική συμμετοχή δεν είναι από μόνη της αρκετή για να χρησιμοποιηθεί ως χαρακτηρισμός για ένα κόμμα.

Χρειάζεται να μελετηθεί και η οργανωτική αποτελεσματικότητα του κόμματος απέναντι στις καπιταλιστικές δομές και σχέσεις και η αποδοτικότητα του στα κοινωνικά συμφέροντα που «εκπροσωπεί» σε σχέση με το κυρίαρχο σύστημα.

Δεύτερη, η προσέγγιση της «μεσητικής σχέσης», δηλαδή ότι τα κόμματα συναρθρώνουν, εκφράζουν και διαμεσολαβούν τα συμφέροντα της κοινωνίας ως «ιμάντας μεταφοράς αιτημάτων» - μια προσέγγιση που επικεντρώνει στις λειτουργίες των κομμάτων και στον μετασχηματισμό τους σε πολυσυλλεκτικά.

Τρίτη, η προσέγγιση που δανείζεται τις μεθοδολογικές παραμέτρους του homo economicus και στηρίζεται στις «οικονομικές θεωρίες της δημοκρατίας» - όπου γίνεται προσπάθεια να εφαρμοστούν μικροοικονομικά μοντέλα στα κόμματα και στη δόμηση της ψήφου.

Εδώ τα άτομα είναι ένλογα - και συνάμα ικανά - να αποφασίζουν ορθολογικά με βάση το απόλυτο συμφέρον τους ποιο κόμμα τα μπορεί να τα εκπροσωπεί επαρκώς.

Όμως αφενός τα συμφέροντα στην πολιτική δεν είναι θέματα ατομικής επιλογής, αφετέρου αυτή η προσέγγιση δεν εξηγεί και την εμμονή των κομμάτων σε θέσεις παρά το πολιτικό κόστος και το γεγονός ότι το κόμμα συνδιαμορφώνεται από τον κομματικό και πολιτικό ανταγωνισμό.

Και όλα αυτά χωρίς να ξεχνάμε το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης που μειώνει το «πολιτικό ρεπερτόριο» των κομμάτων, δηλαδή τις επιλογές τους - διότι το πεδίο δράσης και παρέμβασής τους πλέον δεν είναι μόνον το έθνος-κράτος αλλά κάτι μεγαλύτερο, ειδικότερα στο πλαίσιο των υπερεθνικών θεσμών.

Το γεγονός όμως ότι τα κόμματα αναδείχθηκαν μέσα στο έθνος-κράτος της νεωτερικότητας έχει δώσει ορισμένες προδιαγραφές, οπότε και τα κόμματα δεν μπορούν να προσαρμοστούν απόλυτα στο νέο διεθνοποιημένο περιβάλλον - πράγμα που το διαπιστώνουμε συνεχώς.

Σχετικά links: Πολιτικά κόμματα, Πολιτικά κόμματα III, Πολιτικά κόμματα IV

Add comment Φεβρουάριος 16, 2008

Πολιτικά κόμματα

Το άνοιγμα της δημόσιας συζήτησης περί του τέλους του δικομματισμού και οι εξελίξεις στο κομματικό σύστημα επιβάλλουν να γίνουν κάποια γενικότερα σχόλια για τα πολιτικά κόμματα.

Και αυτό διότι συχνά λησμονούμε βασικά χαρακτηριστικά των φαινομένων για τα οποία συζητάμε με αποτέλεσμα να ολισθαίνουμε εύκολα σε απλοποιήσεις και γενικεύσεις.

Σ’ αυτό το πλαίσιο λοιπόν παραθέτονται ενδεικτικά ορισμένες από τις βασικές λειτουργίες των πολιτικών κομμάτων:

- η εναρμόνιση (δηλαδή συνάθροιση και σύνθεση) κοινωνικών συμφερόντων, αιτημάτων και προτάσεων τα οποία ιεραρχούν και αρθρώνουν σε ένα κοινό πολιτικό λόγο, χαράζοντας έτσι την πολιτική και τη στρατηγική τους.

- η συμβολή στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και της έκφρασης της λαϊκής βούλησης. Δίνουν δηλαδή ένα πλαίσιο ανάλυσης των φαινομένων, ένα θεωρητικό υπόβαθρο στον πολίτη για την κατανόηση των πραγμάτων - και έτσι δομούν τη ψήφο.

- η επιλογή των υποψηφίων τους (δηλαδή η πολιτική στρατολόγηση), η οποία γίνεται είτε με συγκεντρωτικό τρόπο στα κόμματα στελεχών είτε μέσα από συγκεκριμένες διαδικασίες στα κόμματα μαζών. Οι δε παράγοντες με τους οποίους επιλέγουν τα κόμματα τους υποψηφίους τους έχουν να κάνουν με την παράδοση της κοινωνίας, την δράση των μέσων μαζικής ενημέρωσης, τις γενικότερες πολιτικές συνθήκες, την κυρίαρχη κουλτούρα και την πολιτική στρατηγική τους.

- η πλαισίωση των βουλευτών τους. Τα κόμματα είναι ένας βασικός δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα στους πολίτες και τους βουλευτές, των οποίων τις αποφάσεις που παίρνουν στους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς υπερασπίζουν.

- η παραποιημένη και στρεβλή οργάνωση της διεκδίκησης των συμφερόντων των άλλων κοινωνικών τάξεων και πολιτικών κομμάτων, επειδή καμία τάξη ή πολιτικό κόμμα δεν έχει την απόλυτη αριθμητική δύναμη έτσι ώστε να εξασφαλιστούν τα δικά του συμφέροντα και η αναπαραγωγή της τάξης που εκπροσωπεί πρωτογενώς.

- η συνειδητή στόχευση στην κατάκτηση και διαχείριση της εξουσίας με βάση την ολική κοσμοθεωρία που έχουν για την κοινωνία - όσο και αν το αρνούνται αυτό τα πολιτικά κόμματα.

Σχετικά links: Πολιτικά κόμματα II, Πολιτικά κόμματα III, Πολιτικά κόμματα IV

7 comments Φεβρουάριος 12, 2008

Αναστοχαστικότητα και ιδεολογία

Η ανάγνωση μιας σειράς post για το θάνατο του Αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου και η επαφή με αυτό που οι θεωρητικοί του διαδικτύου αποκαλούν «γλώσσα του μίσους», με ώθησε να παραθέσω κάποιες σχετικές σκέψεις πριν τα post για τα πολιτικά κόμματα τα οποία έχω προαναγγείλει.

Οι σκέψεις μου περιστρέφονται γύρω από την ιδεολογική αποτίμηση αυτών που ειπώθηκαν τις τελευταίες μέρες.

Προτού γίνει αυτό όμως, θα ήθελα να μεταφέρω, συνοπτικά και ελλειπτικά, τις βασικές συνιστώσες της θεωρητικής προσέγγισης που υιοθετώ αναφορικά με την ιδεολογική κατηγοριοποίηση λόγων και συμπεριφορών.

Σύμφωνα με αυτή, η διάκριση αριστεράς και δεξιάς κατά τον 19ο έχει να κάνει με το αν υιοθετούνται ή όχι το σύνολο των αρχών της Γαλλικής Επανάστασης - ελευθερία και ισότητα.

Κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα επικράτησε ο διαχωρισμός σε σχέση με τις δυο επικρατούσες κοσμοθεωρίες - τον φιλελευθερισμό και τον μαρξισμό - και τις αποτυπώσεις τους στο οικονομικό επίπεδο. Η έννοια της ισότητας πήρε κεντρική θέση στην ιδεολογική νοηματοδότηση της αριστεράς, ενώ η ελευθερία αναγνωρίστηκε ως η βασικότερη αξία στον χώρο της δεξιάς.

Η επικράτηση όμως του μοντέλου της αστικής, κοινοβουλευτικής δημοκρατίας δυτικού τύπου με βασικό άξονα την ελευθερία της αγοράς, οδήγησε αναπόφευκτα και στην ανάγκη επαναπροσδιορισμού της διάκρισης αριστεράς και δεξιάς.

Η σύγχρονη λοιπόν εννοιολόγηση των όρων αυτών σχετίζεται, εκτός των άλλων, με δύο βασικές κλίμακες - το κατά πόσο δηλαδή ο λόγος και η συμπεριφορά ενός εκάστου έχει ως επίκεντρο τον άνθρωπο και πόσο κριτικά στέκεται απέναντι στην εξουσία.

Καταλαβαίνω πόσο πολλή συζήτηση σηκώνει η παραπάνω προσέγγιση.

Εκεί όμως που θέλω να καταλήξω είναι ότι σύμφωνα με τα παραπάνω, η κριτική απέναντι στην εξουσία, στους θεσμούς της (όπως π.χ. αυτός της εκκλησίας) και στους εκάστοτε εκπροσώπους της (όπως π.χ. ο αποθανών Αρχιεπίσκοπος) δε συνιστά από μόνη της εκφορά αριστερού λόγου, όταν μάλιστα συνοδεύεται από απαξίωση της ανθρώπινης φύσης.

Είναι, με άλλα λόγια, η ανάγκη για καθολική υιοθέτηση των ουμανιστικών προταγμάτων που δεν επιτρέπει σε όσους αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί, ούτε συμψηφισμούς, ούτε ανέξοδες ακρότητες.

Σε αυτούς λοιπόν που έχουν την ψευδαίσθηση ότι αναβαπτίζονται στην κολυμβήθρα της αριστεράς με το να επιδίδονται σε λεκτικούς ακροβατισμούς γύρω από τον Χριστόδουλο, φαίνεται ότι απάντησε το πιο συμβατικό κομμάτι της αριστεράς στη χώρα μας - οι επικεφαλείς δηλαδή των δύο κοινοβουλευτικών αριστερών κομματικών σχηματισμών που παρευρέθησαν στην ακολουθία.

Μια απάντηση που αναδείχθηκε γλαφυρά και από την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση στο Athens Indymedia που έγινε με αφορμή την ακόλουθη φράση μιας ανακοίνωσης που αναρτήθηκε εκεί: «Πολύ περισσότερο δεν έχει χώρο ανάμεσα σε αναρχικούς και αγωνιστές το μίσος, η κακιά και ο μισανθρωπισμός».

Από την μεριά μου - και λόγω της εξαιρετικά χαμηλής νομιμοποίησής μου να πράξω κάτι αντίστοιχο - τους παραθέτω απλώς τα λόγια ενός από τους αγαπημένους μου συγγραφείς τον τελευταίο καιρό: «Ο κατατρεγμός δεν εξανθρωπίζει ποτέ τα θύματα. Να είναι κανείς θύμα [του όποιου Χριστόδουλου] δεν αποτελεί εγγύηση μιας θέσης στο ηθικό πάνθεον».

Σχετικά links: Αναστοχαστικότητα και μεταθανάτιο άγχος

16 comments Φεβρουάριος 1, 2008

Αναστοχαστικότητα και φωτογραφία

Αντιγράφοντας για μια ακόμη φορά τον συγγραφέα του αγαπημένου μου blog και αιτία δημιουργίας αυτού του ιστολογίου, και πριν από τη συγγραφή μιας σειράς posts για τα κόμματα - που ευελπιστώ να είναι διαφωτιστική για αρκετούς - αποφάσισα να καταχωρήσω μια φωτογραφία στο About me.

Αναφορικά με το κριτήριο επιλογής της φωτογραφίας, μου ήρθαν στο νου κάποιες βασικές αρχές της σημειωτικής. Το γεγονός δηλαδή ότι από τη μεριά της πρόσληψης ενός μηνύματος κυριαρχούν στο συμπαραδηλωτικό επίπεδο οι πολλοί τρόποι ανάγνωσης μιας εικόνας.

Για να διευκρινιστεί αυτό κάπως, η έννοια της καταδήλωσης αναφέρεται στο κυριολεκτικό νόημα του σημείου, σε ό,τι δηλαδή είναι αντικειμενικά παρόν και αναγνωρίζεται ή εντοπίζεται εύκολα.

Αντίστοιχα, η συμπαραδήλωση είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται για να αναφερθούμε σε σημασίες οι οποίες βρίσκονται πέρα από την καταδήλωση αλλά εξαρτώνται από αυτήν.

Εννοείται ότι τις συμπαραδηλωτικές αναγνώσεις τις κάνει ο αναγνώστης του μηνύματος υπερβαίνοντας την κυριολεκτική σημασία του σημείου, και τις θέτει σε λειτουργία μέσω συμβάσεων ή κωδίκων.

Η, από την μεριά μου λοιπόν, προτιμητέα θέση ανάγνωσης είναι ότι απεικονίζεται μια στιγμή αναστοχαστικότητας - μια ερμηνεία που θα δημιουργούσε εξάλλου και την αυτονόητη σημειολογική αναγωγή στο όνομα του blog.

Ενδεχομένως, θα επιθυμούσα και το χαμήλωμα του βλέμματος να εκληφθεί ως δείγμα σεβασμού απέναντι στους συγγραφείς των οποίων τα ονόματα δεν παραπέμπω ώστε να γίνει πιο φιλικό αυτό το blog στους διαδικτυακούς αναγνώστες του.

Σε οποιαδήποτε περίπτωση, και οι συμπαραδηλωτικές αναγνώσεις μιας εικόνας και οι αναμνήσεις ή τα συναισθήματα που μπορεί να προκαλέσει η θέαση μιας φωτογραφίας μπορούν να αποτελέσουν μοναδικές αφορμές για αναστοχασμό.

Σχετικά links: Αναστοχαστικότητα και κινηματογράφος, Αναστοχαστικότητα και πόλη

14 comments Ιανουάριος 20, 2008

Αναστοχαστικότητα και πόλη

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, μετά τις εξουθενωτικές διακοπές στην Θεσσαλονίκη - τόσο εξουθενωτικές που μου πήρε ένα μήνα για να γράψω το καινούριο post - μου ήρθαν στο νου κάποιες σκέψεις της πιο γνωστής ίσως ανά τον κόσμο συγγραφέα των πόλεων.

Σύμφωνα με την τελευταία, η ζωή στην πόλη - κυρίως στις μεγαλουπόλεις των δυτικών κοινωνιών - χαρακτηρίζεται, εκτός των άλλων, από τους διαρκώς νεοφερμένους που προσελκύει.

Αυτοί με τη σειρά τους, φέρνουν μαζί τους νέους τρόπους θεώρησης των πραγμάτων και ενδεχομένως νέους τρόπους επίλυσης παλιών προβλημάτων. Είναι “γεννημένοι και ορκισμένοι εχθροί της νωθρότητας και της αυτοϊκανοποίησης”.

Αναρωτήθηκα, αν το ίδιο συμβαίνει ή συνέβη και με την δική μου περίπτωση. Εκτός από πολυποίκιλες εμπειρίες, τι παίρνω μαζί μου κάθε φορά που γυρίζω από τον τόπο στον οποίο μεγάλωσα; Ή από μια άλλη σκοπιά, τι φέρνω στον τόπο που τώρα ζω;

Δεν απάντησα. Δεν είχα όρεξη να κάνω ένα τέτοιο απολογισμό. Βαριόμουν πραγματικά να σκεφτώ.

Άλλωστε, η αναστοχαστικότητα έχει ενίοτε τον χαρακτήρα μιας «ψυχαναγκαστικής περισυλλογής».

Καλή χρονιά σε όλους.

Σχετικά links: Αναστοχαστικότητα και κινηματογράφος, Αναστοχαστικότητα και φωτογραφία

10 comments Ιανουάριος 17, 2008

Αναστοχαστικότητα και κινηματογράφος

Προσπαθώντας να γράψω το τελευταίο post αυτού του έτους, πέρασαν από το μυαλό μου εκείνες οι σκέψεις που γίνονται συνήθως λίγα λεπτά πριν ή μετά την έναρξη του καινούριου χρόνου.

Τι έγινε δηλαδή τον προηγούμενο χρόνο, ποια τα αποτελέσματα αυτών, πόσο με επηρέασαν, τι θα πρέπει να αλλάξω τον επόμενο χρόνο, αλλά και τι να κρατήσω από τον προηγούμενο.

Περιγράφω δηλαδή μια αναστοχαστική διαδικασία στην οποία βρήκα πολλά κοινά σημεία με αυτή της παρακολούθησης μιας ταινίας στον κινηματογράφο, και αφορά τις σκέψεις που κάνεις κατά την διάρκεια ή με το τέλος του έργου.

Ασχέτως αν έχεις προβάλλει τον εαυτό σου σε κάποιον ήρωα της ταινίας, ασχέτως αν υπάρχουν καταστάσεις για να ταυτιστείς, ασχέτως αν το έργο διατρέχεται από αποτυπώσεις του κώδικα αξιών σου, νιώθεις να πλημμυρίζεσαι από έντονα συναισθήματα ανάγκης για επαναπροσδιορισμό της αυτό-πραγμάτωσης σου κατά ένα τρόπο πιο αυθεντικό, κοινωνικά αδιαμεσολάβητο ίσως.

Οι σκέψεις αυτές κρατούν λίγο. Συνοδεύονται δε από ακόμα λιγότερες αποφάσεις και πράξεις - όπως συνήθως οι περισσότερες προσπάθειες αναστοχαστικότητας στον σύγχρονο κόσμο.

Μετά έρχεται η δεδομένη κοινωνική πραγματικότητα και οι εκάστοτε σχέσεις σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο να μας επαναφέρουν στην «αλλοτριωμένα κατασκευασμένη βιογραφία» μας.

Πέρα από καλές γιορτές, εύχομαι για τον καινούριο χρόνο σε όλο τον κόσμο ειρήνη.

Ειρήνη εύχομαι και σε μένα.

Σχετικά links: Αναστοχαστικότητα και πόλη, Αναστοχαστικότητα και φωτογραφία

5 comments Δεκέμβριος 18, 2007

Κράτος πρόνοιας ΙV

Τελειώνοντας αυτή τη σειρά των post για το κράτος πρόνοιας - με αφορμή πάντα την περίφημη συζήτηση για το «ασφαλιστικό» - θα παραθέσω όψεις των κριτικών για το παρεμβατικό κράτος.

Η αμφισβήτηση λοιπόν του διευρυμένου κράτους είναι εν πολλοίς κοινή για φιλελεύθερους και συντηρητικούς.

Η νεοφιλελεύθερη σκέψη έχει περισσότερα επιχειρήματα στο οικονομικό επίπεδο - το πρόβλημα δηλαδή είναι στην παρέμβαση του κράτους που αλλοιώνει και νοθεύει την αγορά και δεν επέρχεται η ισορροπία.

Να διευκρινιστεί μάλιστα ότι οι φιλελεύθεροι λένε ότι ένα μίνιμουμ κράτος είναι ανεκτό ενώ οι νεοφιλελεύθεροι λένε να αποκαταστήσουμε πλήρως την ελευθερία της αγοράς - στη νεοφιλελεύθερη σκέψη πάντως υπάρχει μια αντίφαση ως προς την παρέμβαση του κράτους σε ειδικές περιπτώσεις (π.χ. περιβάλλον).

Στο δε ηθικό επίπεδο η παρέμβαση του κράτους εμποδίζει ηθικά την ελευθερία της οικονομικής δράσης και άρα την ελευθερία του ατόμου.

Η νεοσυντηρητική σκέψη από την άλλη δέχεται μεν την αναγκαιότητα της ελεύθερης αγοράς αλλά πάντα θεωρούσε απαραίτητο ένα μίνιμουμ κρατικής παρέμβασης γι’ αυτό και εστιάζει το πρόβλημα στο πολιτικό επίπεδο και στον τρόπο που λειτουργεί η πολιτική. Η κριτική δηλαδή γίνεται στο σύστημα διακυβέρνησης και στον τρόπο που συγκροτούνται οι βασικές κοινωνικές αρχές.

Η δε κριτική κατά της εξάπλωσης του κράτους στο ηθικό επίπεδο είναι ότι πολιτικοποιεί την οικονομία γιατί επιβάλλεται η πολιτική θέληση χειραγωγώντας την οικονομία, πράγμα που δεν είναι ηθικά σωστό.

Επιπλέον, θεωρείται ότι η παροχή και συγκρότηση κοινωνικών δικαιωμάτων είναι μια ασθένεια που επαναλαμβάνεται. Έτσι από τη μια ισχυροποιείται αυτός που τα απολαμβάνει, από την άλλη τα διεκδικούν όλοι οι υπόλοιποι.

Ειδικότερες, τέλος, μορφές προβλημάτων και κριτικής στο κοινωνικό κράτος που ανακύπτουν σε συνθήκες οικονομικής στασιμότητας, είναι:

– ότι το κράτος πρόνοιας είναι αναποτελεσματικό εν τέλει γιατί δεν πετυχαίνει. Και αυτό επειδή μεγάλο ποσό των χρημάτων πάει στη γραφειοκρατία και επειδή επεκτείνονται οι ανισότητες διότι ορισμένες κοινωνικές ομάδες αποκλείονται από τις κοινωνικές παροχές - γι’ αυτό και οι φιλελεύθεροι λένε εδώ όλα αυτά τα χρήματα να πάνε για επενδύσεις και για νέες θέσεις εργασίας.

– ότι αυτοί που μένουν «απ’ έξω» οδηγούνται στην εγκληματικότητα, ενώ παράλληλα αυτοί που κυβερνούν με κοινωνικές παροχές δεν έχουν ισχυρό κράτος καταστολής για να αντιμετωπίσουν την εγκληματικότητα.

– ότι εκμαυλίζει τους εργαζόμενους. Η ηθική επίπτωση δηλαδή είναι ότι ό,τι και να γίνει οι εργαζόμενοι θα πάρουν κάποια χρήματα και έτσι οδηγούνται σε ένα εφησυχασμό. Στην κριτική αυτή συμφωνούν φιλελεύθεροι, νεοφιλελεύθεροι, συντηρητικοί και νεοσυντηρητικοί στο πλαίσιο ότι οι άνθρωποι πρέπει από μόνοι τους να δρουν μέσα στην κοινωνία. Το επιχείρημα όμως αυτό πάει πίσω ουσιαστικά στην Αγγλία του 19ου αιώνα, όπου τότε το επικαλούνταν για να εξασφαλισθεί η αναπαραγωγή της εργατικής τάξης.

– ο συντεχνιασμός, δηλαδή η οργάνωση των συνδικάτων μόνο για να διαχειριστούν τα προνόμια από το κράτος πρόνοιας. Βέβαια, στο κλασσικό φιλελεύθερο μοντέλο όπου ο ανταγωνισμός των κοινωνικών συμφερόντων είναι ελεύθερος, η ιεραρχία αλλάζει. Όταν όμως παρεμβαίνει το κράτος, ισχυροποιεί ορισμένες κατηγορίες που συναλλάσσονται με το κράτος και έτσι τα συμφέροντα συγκροτούνται σε ιεραρχίες και το συντεχνιακό σύστημα και τα κατεστημένα συμφέροντα ενισχύονται. Κλασσική περίπτωση εδώ η ελληνική με τα όποια, γνωστά, αποτελέσματα.

Σχετικά links: Κράτος πρόνοιας, Κράτος πρόνοιας ΙΙΙ, Κράτος πρόνοιας IV

1 comment Δεκέμβριος 14, 2007

Κράτος πρόνοιας ΙΙΙ

Σε συνέχεια των προηγούμενων post, θα πρέπει να γίνουν ορισμένες διευκρινήσεις σχετικά με το αν η κρίση του κράτους πρόνοιας είναι απλώς ένα φαινόμενο των τελευταίων ετών.

Ο πρώτος κλονισμός λοιπόν για το κράτος πρόνοιας έρχεται στη δεκαετία του 60 από το άνοιγμα των συνόρων - οπότε και σημειώνεται το τέλος του κρατικού παρεμβατισμού.

Αυτό προέκυψε από την απελευθέρωση των διεθνών ανταλλαγών και από την λεγόμενη ευρωπαϊκή οικοδόμηση, διότι το κράτος πρόνοιας δομήθηκε στα πλαίσια μιας κλειστής οικονομίας - της οικονομίας δηλαδή του έθνους-κράτους.

Με τη δημοσιονομική κρίση της δεκαετίας του 70, το κράτος πρόνοιας οδηγείται στον προσδιορισμό των ορίων της κοινωνικής προστασίας λόγω της στέρησης επαρκών μέσων δράσης.

Οι δε ενεργειακές κρίσεις του 73 και του 79 προκάλεσαν μια γενικότερη οικονομική ύφεση λόγω του στασιμοπληθωρισμού με συνέπειες για το κράτος πρόνοιας. Και αυτό γιατί όσο μεγαλύτερη παραγωγή τόσο και περισσότεροι φόροι, και άρα πόροι για το κόστος συντήρησης του κράτους πρόνοιας που είναι πάρα πολύ μεγάλο λόγω της γραφειοκρατίας.

Έτσι προέκυψε η αμφισβήτηση σταδιακά, άρχιζαν να αμβλύνονται σιγά σιγά οι προσδοκίες από τις κεϋνσιανές πολιτικές με συνακόλουθο ένα έλλειμμα εμπιστοσύνης συνολικά για το λεγόμενο κοινωνικό κράτος.

Η κριτική όμως για το αναποτελεσματικό κράτος δεν ήταν μια εποικοδομητική κριτική που απέβλεπε στη βελτίωση των μεθόδων, αλλά μια «αρνητική» κριτική που μόνο αμφισβητούσε και μέμφονταν το παρεμβατικό κράτος για δημιουργία τεράστιας και δυσκίνητης γραφειοκρατίας.

Σ’ αυτή την κρίση εμπιστοσύνης προστέθηκε και η κριτική περί καταπιεστικού κράτους που με περιορισμούς μειώνει την ατομική ελευθερία. Έτσι, η δεκαετία του 70 σημαδεύτηκε στις δυτικές χώρες από μια αντίδραση του κοινωνικού στην κρατική επιλογή ως «ξύπνημα της ιδιωτικής κοινωνίας».

Δεν ξεριζώθηκε όμως η προηγούμενη θετική εικόνα παρόλη την σφοδρή κριτική στον περίφημο «σοσιαλδημοκρατικό συμβιβασμό/συμβόλαιο» - το πάντρεμα δηλαδή του παρεμβατικού κράτους με την ελεύθερη οικονομία.

Σχετικά links: Κράτος πρόνοιας, Κράτος πρόνοιας ΙΙ, Κράτος πρόνοιας IV

4 comments Δεκέμβριος 11, 2007

Κράτος πρόνοιας ΙΙ

Συνεχίζοντας τα σχόλια για το επίμαχο θέμα του κράτους πρόνοιας, νομίζω πως πρέπει να γίνει μια ιδιαίτερη αναφορά στις ερμηνευτικές προσεγγίσεις του.

Ως προς την ερμηνεία λοιπόν, και για τους φιλελεύθερους και για τους μαρξιστές οικονομολόγους, η λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής απαιτεί να αναληφθούν ορισμένες «εκτός αγοράς» δραστηριότητες από το κράτος.

Έτσι, για τη νεοκλασική ανάλυση η δημόσια διαχείριση προκαλείται για τα αδιαίρετα και συλλογικά αγαθά που το κόστος τους δεν μπορεί να εξατομικευθεί (π.χ. περιβάλλον) και για τη φυσική διαμόρφωση μονοπωλίων (π.χ. χωρισμός της Microsoft στις Η.Π.Α.).

Η δε μαρξιστική ανάλυση ερμηνεύει την επέκταση του δημόσιου τομέα με τις δυσκολίες αξιοποίησης των κεφαλαίων. Το κράτος δηλαδή παρεμβαίνοντας δίνει τη δυνατότητα στα ιδιωτικά κεφάλαια να επενδύσουν εκεί που υπάρχει κέρδος αφού καλύπτει αυτό τη ζώνη των μη αποδοτικών δραστηριοτήτων - ενώ επίσης θεωρείται ότι η λειτουργία του κράτους πρόνοιας αποτελεί ένα κομμάτι των αντιφάσεων του καπιταλισμού.

Άλλοι διανοητές βλέπουν περισσότερο στο κράτος πρόνοιας ένα μέσο αντιστάθμισης του ελλείμματος νομιμοποίησης που πηγάζει από την διαδικασία συσσώρευσης και τη λειτουργία του καπιταλισμού.

Από μια άλλη σκοπιά, θεωρητικοί που ανήκουν στη σχολή της Δημόσιας Επιλογής (εδώ έχουμε εφαρμογή εργαλείων της νεοκλασσικής οικονομικής θεωρίας στη μελέτη των συλλογικών ή των εκτός αγοράς αποφάσεων) μιλούν για κοινωνική ζήτηση του διευρυμένου κράτους που τείνει να ικανοποιηθεί λόγω των πιέσεων της «πολιτικής αγοράς» αλλά και της δεδομένης πολιτικής προσφοράς.

Από τη μια δηλαδή έχουμε τον homo economicus, έναν άνθρωπο που λειτουργεί ωφελιμιστικά για να αυξήσει το κέρδος του και άρα συνεχώς είτε αρθρώνει αιτήματα απέναντι στο κράτος είτε ζητά την επέκταση της παρέμβασής του και σε άλλους τομείς, και από την άλλη οι πολιτικοί που είτε αναγκαστικά είτε από συμφέρον υπόσχονται και προχωρούν, αν όχι στη διεύρυνση του κρατικού τομέα, τουλάχιστον στο μη περιορισμό του.

Για το γνωστό συντηρητικό στοχαστή που πρεσβεύει τα παραπάνω, έτσι εξαπλώνεται το κράτος, επέρχεται ένας Λεβιάθαν και καταλήγουμε σε μια «συνταγματική αναρχία».

Σχετικά links: Κράτος πρόνοιας, Κράτος πρόνοιας ΙΙΙ, Κράτος πρόνοιας IV

2 comments Δεκέμβριος 8, 2007

Κράτος πρόνοιας

Με αφορμή τη «συζήτηση» για το ασφαλιστικό, θα ήταν χρήσιμο νομίζω να γίνουν κάποιες γενικότερες αναφορές για το λεγόμενο κράτος πρόνοιας

Οι δύο βασικές εννοιολογικές σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο που οριοθετούν τη λειτουργία του κράτους πρόνοιας είναι η κεϋνσιανού τύπου οικονομική πολιτική (ότι δηλαδή το κράτος παρεμβαίνει και παίζει κάποιο ρόλο), μαζί μ’ ένα είδος νεοκορπορατισμού - ότι δηλαδή η επίλυση των διαφορών των ομάδων συμφερόντων γίνεται σε μια διαδικασία διευθετήσεως με το κράτος στο ρόλο του διαιτητή και διαμεσολαβητή.

Σύμφωνα με θεωρητικούς, το κράτος πρόνοιας συντελεί μαζί με την εναλλαγή πολυσυλλεκτικών κομμάτων (με ρεαλιστικές προτάσεις και όχι έντονες ιδεολογικές διαφοροποιήσεις που απορροφούν την πολιτική συμμετοχή) στη συνέχιση της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Η δε αρχική επέκταση του παρεμβατικού κράτους εμφανίζεται ως το αποτέλεσμα μιας βαθιάς αλλαγής στην αντίληψη του κράτους. Το κράτος δηλαδή “μεταμορφώνεται” από υπέρτατο κριτή και κηδεμόνα σε διαιτητή και «πρόνοια» της κοινωνίας.

Τα ίδια δηλαδή στοιχεία που ήταν το δέκατο ένατο αιώνα περιορισμοί στην διεύρυνση του διοικητικού πεδίου γίνονται στον εικοστό αιώνα παράγοντες επιτάχυνσης. Οι τέσσερις λόγοι είναι:

Οικονομικός, όπου η ανάπτυξη των διοικητικών παρεμβάσεων ήταν προϊόν ανάγκης που πραγματοποιήθηκε με εμπειρικό τρόπο για να μετριάσει τις πιο οδυνηρές διαταραχές τις οποίες προκαλούσε το πέρασμα από ένα σύστημα ανταγωνιστικό σε ένα καπιταλισμό μεγάλων μονάδων.

Πολιτικός, που συνδέεται κυρίως με την άνοδο των πολιτικών δυνάμεων που πρόσκεινται στον σοσιαλισμό και εκφράζεται καταρχάς με την ανάπτυξη του συνδικαλισμού - βεβαίως, στην πορεία όλοι λίγο πολύ το υιοθέτησαν (π.χ. γκωλισμός).

Ιδεολογικός, όπου το κράτος δεν γίνεται αντιληπτό πια ως μια απόμακρη εξουσία. Η λειτουργία του πλέον είναι να υπηρετεί τον πολίτη και την κοινωνία. Με τον κεϋνσανισμό, οικονομική παρέμβαση και κοινωνική αναδιανομή γίνονται άρρηκτα συνδεδεμένες έννοιες, ενώ με τη μορφή της δημόσιας υπηρεσίας η διοίκηση αρχίζει να απολαμβάνει μια νέα νομιμοποίηση ως προσιτή και ίση για όλους - με αποτέλεσμα βέβαια τη μυθολογία περί αυτής ως ένα επιπλέον κίνητρο για την εξάπλωσή της.

Νομικός, όπου παρατηρείται μια κάμψη των τυπικών περιορισμών (οι νόμοι παρουσιάζονται περισσότερο ως εξουσιοδοτικά κείμενα και λιγότερο ως μηχανισμοί οριοθέτησης) και μια κάμψη των ουσιαστικών περιορισμών (η αρχή της ελευθερίας του εμπορίου και της βιομηχανίας υποχωρεί προ της επιταγής για ανάπτυξη που δικαιολογεί κάθε μέτρο ρυθμιστικής παρέμβασης).

Σχετικά links: Κράτος πρόνοιας ΙΙ, Κράτος πρόνοιας ΙΙΙ, Κράτος πρόνοιας IV

2 comments Δεκέμβριος 4, 2007

Καταναλωτική κοινωνία

Εσχάτως - και για λόγους που υπαγόρευσαν την απουσία μου από το παρόν ιστολόγιο - διαπίστωσα για μια ακόμη φορά τον βαθμό αλλοτρίωσής μου από τις αξίες και την λογική του καπιταλισμού.

Το γιατί και το πώς ίσως να μην έχουν πολλή σημασία.

Μπορούν όμως να αποτελέσουν την αφορμή για να παραθέσω κάποια σχόλια για την περίφημη/περιώνυμη καταναλωτική κοινωνία - έτσι δίκην αυτοκριτικής.

Εξάλλου, είχα αναφέρει και στο πρώτο post αυτού του blog που αφορούσε την Διαφήμιση, ότι «το όλο ζήτημα [τίθεται] κάτω από μια βασική προσέγγιση: ο καπιταλισμός δεν μπορεί να καταπολεμηθεί, μπορεί όμως να κατανοηθεί».

Η σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία λοιπόν έχει οδηγήσει σύμφωνα με ορισμένους στην κατασκευή μιας γενικευμένης ιεραρχημένης σηματοποίησης όλο και περισσότερων αγαθών, οπότε και ο πολίτης ορίζεται πλέον ως καταναλωτής.

Τα άτομα στην καταναλωτική κοινωνία απομακρύνονται από τις παραδοσιακές κοινοτικές αξίες και αναζητούν σε διαρκή βάση μια αυτοεπιβεβαίωση και μια αίσθηση αλληλεγγύης διαμέσου των μηχανισμών της αγοράς.

Εδώ ο τρόπος ζωής κατασκευάζεται από ένα σύστημα που παράγει μαζικά εικόνες οι οποίες μας λένε τι είμαστε με βάση τα αγαθά που έχουμε στην κατοχή μας. Στην καταναλωτική κοινωνία μας ενδιαφέρουν δηλαδή οι συμβολισμοί των απεικονίσεων σε σχέση με την πραγματικότητα και τι σχέση μπορεί να έχει αυτό με εμάς.

Οι δε θεωρητικοί της μαρξιστικής σκέψης είχαν επισημάνει αυτή την συνθήκη στην καπιταλιστική κοινωνία όταν αναφέρθηκαν στην ύπαρξη του φετιχισμού των εμπορευμάτων, ότι δηλαδή τα υλικά αγαθά επενδύονται με κοινωνικό νόημα και ισχύ έξω από την πραγματική τους αξία.

Από εδώ μπαίνει και μια κριτική περί υποταγής στους υπάρχοντες ή κατασκευάζοντες κανόνες και θεσμούς, διότι πραγματοποιείται έτσι μια αναοριοθέτηση του εαυτού με βάση τα σχήματα κατανάλωσης.

Μια κατάσταση που είναι απόρροια και της εμπορευματοποίησης των ΜΜΕ, που ως τάση απογειώνεται στην δεκαετία του 80 όταν οι διαφημιστικές πρακτικές και οι τεχνολογικές εξελίξεις συνενώθηκαν για να προβάλλουν μια νέα κοινωνική ψύχωση, ότι δηλαδή η ισχύς και το κύρος πρέπει να συνοδεύονται από την δύναμη της κατανάλωσης.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να παραθέσω και τις σχετικές απόψεις που συνήθιζαν να αναπαράγουν δυο γνωστές μου. Η μια από τον αναρχικό χώρο η άλλη από τον χώρο της μόδας.

Η καταναλωτική κοινωνία, σύμφωνα με την πρώτη είναι μαγική… Παίρνει τα μηδενικά και τα κάνει νούμερα.

Σύμφωνα πάλι με την δεύτερη, οι άνδρες θα πρέπει να γνωρίζουν ότι το σημείο G της γυναίκας είναι το g, από το shopping…

Σχετικά links: Διαφήμιση

14 comments Νοέμβριος 20, 2007

Διαδικτυακή επικοινωνία

Με αφορμή την άρνησή μου σε μια πρόσκληση να εγγραφώ ως διαδικτυακός φίλος στο facebook, παραθέτω έναν - ίσως τον κυρίαρχο στην διεθνή βιβλιογραφία - συλλογισμό για την διαδικτυακή επικοινωνία - κλασσικά και αντιδεοντολογικα χωρίς παραπομπές.

Η συζήτηση λοιπόν για το διαδικτυακή επικοινωνία σχετίστηκε σε πρώτη φάση με την ανασύσταση των κοινοτήτων στο διαδίκτυο (on-line communities) - οι Αμερικανοί διανοητές βέβαια ήδη από το 70 έλεγαν ότι δεν είναι απαραίτητη η γεωγραφική εντοπιότητα για την ύπαρξη μιας κοινότητας - και εν συνεχεία με άλλες πολυποίκιλες μορφές, από τα social networks μέχρι τα blogs.

Το σύνολο αυτών των εκφάνσεων της διαδικτυακής επικοινωνίας εδράζονται αφενός στην περίφημη «ανάγκη για επικοινωνία» - ως καταστατική συνθήκη του ανθρώπου - αφετέρου πάνω σε κάποιο φαντασιακό/συμβολικό «εμείς» - σε μια δηλαδή ταύτιση αλλά συγχρόνως και υπερ-διαφοροποίηση πάνω σε μετα-υλιστικές αξίες, την ανάγκη δηλαδή για αυτοέκφραση και αυτοπραγμάτωση.

Το βασικό ζητούμενο που προκύπτει στο σύνολο των περιπτώσεων, είναι πώς θα γίνει καταρχήν η διαχείριση της λεγόμενης «συναισθηματικής επένδυσης» στο διαδίκτυο. Οι προσδοκίες, δηλαδή, κάθε τύπου που δημιουργούνται μέσα από την διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος επικοινωνίας.

Εν συνεχεία - και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις - αναδεικνύεται και το ζήτημα ή μη του περάσματος από την on-line στην off-line επικοινωνία και δράση.

Βασικό θέμα πάντως στην διαδικτυακή επικοινωνία είναι ότι δεν υπάρχει, σε οποιαδήποτε περίπτωση, «σωματικότητα» και, κατά βάση, «συμπαρουσίαση» - διότι το διαδίκτυο με την παρούσα μορφή του τουλάχιστον παραμένει και βασίζεται σε κείμενα (text based).

Αποτελεί ερώτημα οπότε αν στις διαδικτυακές σχέσεις - από προσωπικές μέχρι κοινωνικές και πολιτικές - που δομούνται μέσω κάθε μορφής διαδικτυακής επικοινωνίας, υπάρχει «ενσυναίσθηση» (empathy) - δηλαδή η αίσθηση όχι μόνο να ζω ή να επικοινωνώ με κάποιον αλλά και να καταλαβαίνω/βιώνω ότι ζούμε ή επικοινωνούμε μαζί.

Με πιο ειδικούς όρους, η διαδραστικότητα (interactivity), ως μια τεχνική ιδιότητα του μέσου, επιτρέπει μεν την αλληλόδραση (interaction) στο επίπεδο της αμφίδρομης επικοινωνίας, αλλά δεν είναι δεδομένο ότι στο διαδίκτυο επιτυγχάνεται πάντα αυτό.

Το διαδίκτυο είναι ένα μέσο του οποίου η «γραμματική» - τα χαρακτηριστικά του δηλαδή - επιτρέπει την χαλαρότητα της ταυτότητας (μπορώ π.χ. να δηλώνω ό,τι θέλω), επιτρέπει την ψευδαίσθηση της συμμετοχής (η εκφορά π.χ. απόψεων καλλιεργεί μια εντύπωση ουσιαστικής δραστηριότητας) και δεν ευνοεί την ουσιαστική δέσμευση (ο εφήμερος π.χ. χαρακτήρας της συμμετοχής σε ένα social network).

Έτσι, η έλλειψη δέσμευσης και η μειωμένη ανάληψη ευθύνης - και κυρίως διακινδύνευσης - στο διαδίκτυο, συνιστά τελικά, σύμφωνα με έναν πασίγνωστο συγγραφέα, και να μην παίρνεις στα σοβαρά αυτό που κανείς.

Με πιο απλά λόγια, το διαδίκτυο δεν είναι απαγορευτικό για δεσμεύσεις αλλά εν τέλει τις υπονομεύει.

Και αυτό κυρίως λόγω της δυνατότητας να κατασκευάσω την ταυτότητά μου - το ποιος είμαι δηλαδή - ελεύθερα και χωρίς ευθύνη στο διαδίκτυο (όχι μόνο μέσα από παράθεση στοιχείων αλλά και μέσα από ανάρτηση θέσεων).

Η παραπάνω δυνατότητα είναι μεν το πιο δελεαστικό πράγμα στο διαδίκτυο, αλλά οι χρήστες του διαδικτύου, με βάση την λογική των on-line communities και των social networks, προσπαθούν ακόμη και στο ρευστό τοπίο του διαδικτύου να δημιουργήσουν ασφαλείς τόπους όπου προσδιορίζεται μια κάποια ταυτότητα - διότι η δήλωση κάποιας ταυτότητας σημαίνει και την απόκτηση κάποιας, έστω μικρής, ευθύνης.

Αυτό μου ζητήθηκε και εμένα μέσω της πρόσκλησης στο facebook.

Να επωμιστώ το όποιο βάρος και την όποια ευθύνη διαχείρισης ενός personal account - όπου δεν θα είχα, όπως πάντα και γιατί άλλωστε, καμιά πρόθεση να παρουσιάσω μια στρεβλή εικόνα του εαυτού μου - για να επαναπροσδιορίσω μια διαδικτυακή επαφή η οποία περιορίζονταν στην ασύγχρονη επικοινωνία μέσω e-mail.

Απλά, δεν το έπραξα.

15 comments Οκτώβριος 19, 2007

Αναστοχαστικότητα και μεταθανάτιο άγχος

Λίγες σκέψεις με αφορμή το προσωπικό βίωμα του Αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου.

Πολλές φορές η φιλοσοφική σκέψη τοποθέτησε ως βασική συνιστώσα διαμόρφωσης των συνθηκών του βίου μας το περίφημο μεταθανάτιο άγχος. Μια εσωτερική ανησυχία που ξεφεύγει από τα στενά όρια του φόβου για απώλεια της φυσικής ζωής και επεκτείνεται σε μια γενικότερη αναζήτηση του ρόλου μας πάνω σε τούτο τον κόσμο.

Η συμβολή όμως διεπιστημονικά οριζόμενων προσεγγίσεων - με αφετηρία την κοινωνική θεωρία - κατέδειξε πως οι αιτιογόνες απαρχές του αναστοχασμού δεν περιορίζονται ούτε στις «μεγάλες αναζητήσεις» (ζωή, θάνατος, φύση κλπ.), ούτε στις «μεγάλες αφηγήσεις» (ολιστικές κοσμοθεωρίες, πολιτικές ουτοπίες κλπ.).

Καθοριστικό στοιχείο, απεναντίας, φαίνεται να αποτελεί ο τρόπος που δομείται ο τρόπος ζωής μας καθημερινά, ή αν προτιμάτε, ο τρόπος με τον οποίο «κατασκευάζουμε την βιογραφία μας» στο μικρο-επίπεδο των καθημερινών πρακτικών.

Ως εκ τούτου, η διάσταση της προσωπικής αναστοχαστικότητας καταλήγει να είναι μονολογική. Με απλά λόγια, οι σκέψεις για τον καθορισμό της δράσης μας περιορίζονται κυρίως στις προσλαμβάνουσες παραστάσεις που έχουμε από την καθημερινή τριβή με τα εγκόσμια.

Ως εκ τούτου, οι απόπειρές μας για περισυλλογή δεν μπορεί παρά να μην είναι πεπερασμένες. Δεν μπορεί παρά να μην είναι εγκλωβισμένες στις διαστάσεις της κοινωνικής πραγματικότητας - έτσι όπως την αντιλαμβάνεται ο καθένας μας.

Επανερχόμενος οπότε στην περιπέτεια του συνανθρώπου μας Χριστόδουλου, φαίνεται πως δεν πρόκειται παρά να αποτελέσει αφορμή μόνο για πρόσκαιρες και επιφανειακές σκέψεις για την ματαιότητα της ζωής, για το φθαρτό του ανθρώπου, για την άγνοια του μέλλοντος κ.ο.κ.

Η αναστοχαστικότητα, σε τελευταία ανάλυση, συνιστά ένα πρόταγμα. Δεν είναι μια αυτονόητη καταστατική προκείμενη.

Και μια διευκρίνηση. Έχω την αίσθηση - μάλλον τη σιγουριά - ότι και μένα με τον ίδιο τρόπο θα με προβληματίσει η ατυχής εξέλιξη στην υγεία του Χριστόδουλου. Άντε, λόγω και του post αυτού, οι σκέψεις μου να ήταν/είναι σχετικά περισσότερες.

Κατά βάση όμως, μιας και το εν λόγω βίωμα αφορά κάποιον άλλο (ευτυχώς), δεν βλέπω κάποιο λόγο (δυστυχώς) να μην συνεχίζω να ζω τυχοδιωκτικά, να ξοδεύω αφειδώς τα χρήματά μου, να παρασύρομαι από τις προσωπικές μου αδυναμίες.

Σχετικά links: Αναστοχαστικότητα και ιδεολογία, Αναστοχαστικότητα και χρόνος

16 comments Οκτώβριος 11, 2007

Κυνισμός, επικοινωνία, υποκρισία

Αυτή την φορά θα ξεκινήσω ανάποδα - εξάλλου η αλλαγή εμφάνισης ώστε να γίνει το blog πιο εύκολο στην ανάγνωση το επιβάλλει.

Σύμφωνα, λοιπόν, με την προσέγγιση ενός αμφιλεγόμενου μεταμοντέρνου στοχαστή, κυνισμός είναι να μην πιστεύεις σε κάτι αλλά να πράττεις ως εάν πιστεύεις σ’ αυτό.

Πράττουμε δηλαδή στις σύγχρονες - δυτικές βασικά - κοινωνίες μ’ ένα κυνικό σύνδρομο ως στάση ζωής. Κάτι που έχει τρομακτικές συνέπειες σε σχέση με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο μας, ενώ εισάγει και τη γνωστή κριτική περί της κυνικής κοινωνίας όπου το σύστημα πια νομιμοποιείται μέσω της δυσπιστίας απέναντι σε αυτό.

Πιο ειδική, αλλά και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, συνιστώσα πάνω στο θέμα αυτό αποτελούν οι παράγοντες εκείνοι που οδηγούν στην καλλιέργεια μιας τέτοια κουλτούρας - ειδικά στο πλαίσιο του λεγόμενου πολιτικού κυνισμού.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, η υποκρισία μπορεί να θεωρηθεί ως μία από τις πάρα πολλές αλληλο-εμπλεκόμενες προκείμενες που ωθούν στην υιοθέτηση ενός κυνικού τρόπου συμπεριφοράς και αντίληψης της πραγματικότητας.

Στο επίπεδο βέβαια της πολιτικής, οι ανάγκες της πολιτικής επικοινωνίας συχνά επιβάλλουν μια εξόχως υποκριτική συμπεριφορά, η οποία ουδεμία σχέση έχει πολλές φορές με τα πολιτικά πρόσωπα που υποτάσσουν τα προσωπικά τους χαρακτηριστικά στις χαραχθείσες πολιτικές στρατηγικές.

Με μια τέτοια συμπεριφορά νομίζω ήρθαμε αντιμέτωποι και στις πρόσφατες εκλογές.

Πρόκειται για την άρνηση του πρωθυπουργού να συμμετάσχει σε μια οξεία αντιπαράθεση. Άρνηση η οποία ερμηνευόταν από τον ίδιο ως μια στάση ζωής απέναντι σε κάθε είδους πόλωση. Όλοι όμως τον θυμούνται ως αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης να σηκώνει - μάλλον δικαίως - υπερβολικά τους τόνους και να εκστομίζει χαρακτηρισμούς όπως «αρχιερέας της διαφθοράς».

Βέβαια, δείγματα υποκρισίας, ή έστω προκλητικής ανακολουθίας, μπορείς να εντοπίσεις σχεδόν στο σύνολο των πολιτικών. Και αυτό υπό μια έννοια μπορεί να νοηθεί ως ένας από τους πολλούς ερμηνευτικούς παράγοντες του διάχυτου, πλην ποικιλόμορφου, πολιτικού κυνισμού στη χώρα μας.

Σε προσωπικό πάντως επίπεδο, την κυνική μου αντίληψη δεν επιτείνουν οι υποκριτικές συμπεριφορές, αλλά η διαχρονική επιβράβευσή τους.

4 comments Οκτώβριος 5, 2007

Πολιτική και τηλεόραση

Κάποια από τα πράγματα που νομίζω πολύ δύσκολα θα ξανακάνω πια, είναι να αναλώσω ώρες για να μιλάω για οτιδήποτε σχετίζεται με τη στενώς νοούμενη έννοια της πολιτικής.

Πράγματι, κατά την διάρκεια της ολιγοήμερης παραμονής μου στη Θεσσαλονίκη λόγω των βουλευτικών εκλογών αρνήθηκα πεισματικά να μπω στο λεγόμενο «κλίμα των ημερών» - μάλλον προσπάθησα να διαμορφώσω το γνώριμο κλίμα…

Αν εξαιρέσουμε τον ανεκδιήγητο ερωτύλο - Άκη φωτογραφίζω κάποιον τώρα - νομίζω ότι ήμουν η πιο απολιτική φιγούρα της πόλης.

Υποσχέθηκα όμως να αναρτήσω στο ιδιόμορφης αισθητικής ιστολόγιο κάποιες γνωστές θέσεις σχετικά με τη σχέση της πολικής με την τηλεόραση (οι του χώρου καταλαβαίνουν ποιον κυρίως δεν παραπέμπω αυτή τη φορά), μιας και πρώτη φορά άκουσα φίλους, γνωστούς και αγνώστους να ασχολούνται τόσο με θέματα που άπτονται κυρίως της πολιτικής επικοινωνίας - αφού προβώ όμως στην παρακάτω σύντομη επισήμανση.

Πιο συγκεκριμένα θέματα που σχετίζονται με την πολιτική γενικότερα προτίθεμαι να αναπτύξω σε επόμενα post μου… έτσι δίκην κύκνειου άσματος της σχέσης μου με το χώρο αυτό και μιας ειλικρινούς διάθεσης να μοιραστώ με άλλους αυτά με τα οποία