Posted by: Evangelos on: March 8, 2009
Ο πλουραλισμός αποτελεί ένα από τα βασικά παραδείγματα για το πως γίνεται αντιληπτή η σύσταση της κοινωνίας – όπως δηλαδή και τα υπόλοιπα βασικά ολιστικά θεωρητικά σχήματα (θεωρίες των ελίτ, μαρξισμός), αποτελεί μια διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση για το πως δομείται ο κοινωνικός συσχετισμός δυνάμεων, ενώ παράλληλα σχετίζεται με την αντίστοιχη πολιτική ουτοπία (πλουραλιστική δημοκρατία).
Να σημειωθεί ότι όλες αυτές οι θεωρήσεις, ή αλλιώς “μεγάλες αφηγήσεις” κατά την ορολογία του Habermas, παρά τις ανομοιότητές τους παρουσιάζουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Και τα τρία δηλαδή παραδείγματα διαπνέονται από μια σφαιρική προσέγγιση της σχέσης κράτους και κοινωνίας σε αντίθεση με την παραδοσιακή νομική αντίληψη η οποία διακρίνει το Κράτος (πολιτική κοινωνία) από την Κοινωνία (ιδιωτική κοινωνία) και αποτελούν ιδεότυπους, δηλαδή είναι λογικά επεξεργασμένες απλουστεύσεις.
Βασική παραδοχή των πλουραλιστών είναι ότι στις αστικές, δυτικού τύπου δημοκρατίες ο λαός κυβερνά μέσω των αντισταθμιζόμενων ομάδων συμφερόντων.
Η κοινωνία δηλαδή αποτελείται βασικά από άτομα που συγκροτούν ομάδες με επιδίωξη τα κοινά τους συμφέροντα και βρίσκονται σε σύγκρουση μεταξύ τους λόγω των αντιτιθέμενων (αντιθετικών ή έστω διαφορετικών) συμφερόντων.
Αυτός ο ανταγωνισμός γίνεται για τον έλεγχο ή την επιρροή της κρατικής εξουσίας μέσω των διεξόδων που δίνει το δημοκρατικό πολίτευμα και οδηγεί στην επικράτηση κάποιας ομάδας και άρα στον έλεγχο και στην επιρροή. Στα πλαίσια μάλιστα του κοινοβουλευτικού συστήματος ο ανταγωνισμός γίνεται πολιτικός και οι ομάδες που επιδιώκουν την κατάληψη της εξουσίας, δηλαδή τα κόμματα, προσφεύγουν στο λαό και έτσι εξασφαλίζεται η λαϊκή εκπροσώπηση.
Εδώ το κράτος θεωρείται ουδέτερο, δέχεται απλώς την επιρροή των ομάδων, αποφασίζει μέσα από τις νόμιμες διαδικασίες οι οποίες είναι καταγεγραμμένες στο σύνταγμα, και ταυτόχρονα ελέγχεται από αυτόν τον μηχανισμό με την γραφειοκρατία να είναι υπόλογη στην “κοινωνική της πελατεία”.
Το κράτος δηλαδή σ’ αυτή την παράδοση κρατά μια αυτονομία από την κοινωνία.
Αν και το ρεύμα του πλουραλισμού παραμένει ακόμα και σήμερα το δεσπόζον, αναγνωρίζει ότι το σύστημα παράγει αντιδημοκρατικά φαινόμενα – τα οποία όμως μπορεί να λύσει σύμφωνα με τους πλουραλιστές.
Είναι γεγονός δηλαδή ότι δεν συμμετέχουν όλα τα άτομα εξίσου ενεργά στην οργάνωση και πολιτική δράση των ομάδων συμφερόντων. Αυτό βέβαια δεν εμποδίζει την έκφραση και προώθηση των αιτημάτων τους από αυτούς που κινητοποιούνται για λογαριασμό τους. Έτσι κάθε πολίτης βρίσκει τελικά τον εαυτό του συγχρόνως να συμφωνεί και να συγκρούεται με τα άλλα μέλη της κοινωνίας.
Αυτή όμως η πολλαπλότητα των διασταυρούμενων κοινωνικών συγκρούσεων σημαίνει ουσιαστικά και τον περιορισμένο χαρακτήρα τους (επειδή δηλαδή είναι πολλές η ισχύς των αποτελεσμάτων που προκαλούν κατακερματίζεται) οπότε και δεν διχάζουν, αλλά ενοποιούν σε τελευταία ανάλυση το κοινωνικό σύνολο.
Σήμερα πάντως καταγράφεται μια σαφής και ευθεία αμφισβήτηση του πλουραλισμού με την κριτική να εστιάζει στο ότι το πολιτικό σύστημα δεν είναι κοινωνικά και πολιτικά ουδέτερο αλλά ικανοποιεί τα συμφέροντα του κεντρικού πολιτικού προσωπικού, των δημοσίων λειτουργών και των δικτύων που αυτοί συγκροτούν, και των δυνάμεων της αγοράς που προωθούν την κατίσχυση του κρατοκλεπτικού καπιταλισμού.
Συνολικά, το πλουραλιστικό πρότυπο μπορείς να το μεμφθείς για βολονταρισμό, δηλαδή την ντετερμινιστική επιλογή των ατόμων να συγκροτούν ομάδες (ειδικά στις κοινωνίες της θριαμβεύουσας εξατομίκευσης και του αυξανόμενου πολιτικού κυνισμού). Επιπλέον, πράγματι δεν εξηγεί επαρκώς τις πηγές της ανισότητας – κυρίως στο επίπεδο της πολιτικής εξουσίας και αναφορικά με το πως αυτή συνδέεται με τους άλλους θεσμικούς χώρους.
Είναι όμως ένα δόκιμο μοντέλο για τη μελέτη της συγκυρίας και ιδιαίτερα χρήσιμο για την ανάλυση σε μικρο-επίπεδο των πολιτικών συμπεριφορών και επιλογών, κύριο άξονα των οποίων αποτελεί το δίπολο σύγκρουση-συναίνεση.
Σχετικά links: Μαρξισμός, Μαρξισμός ΙΙ
Posted by: Evangelos on: March 1, 2009
Ως επαναμαρξιστοποίηση της πολιτικής σκέψης έχει εσχάτως αποκληθεί η στροφή προς την οικονομική διάσταση των πολιτικών αναλύσεων λόγω της σημαντικότητας της οικονομίας – έτσι τουλάχιστον όπως έχει προκύψει λόγω της περιώνυμης κρίσης.
Η τάση αυτή όμως αποτελεί καλή αφορμή για να παρατεθούν κάποιες κριτικές όψεις του ταξικού μοντέλου ανάλυσης – ειδικά για αυτούς που όψιμα ανακάλυψαν την αξία της μαρξικής ανάλυσης.
Η κριτική λοιπόν στην ταξική προσέγγιση που εδράζεται στη μαρξική και μαρξιστική (η σκέψη των συνεχιστών της μαρξικής σκέψης) θεωρία συνοψίζεται στα εξής:
- Είναι μεγάλη η ετερογένεια των τάξεων, δηλαδή οι δύο πόλοι που αναγνωρίζονται είναι φορμαλιστικά ετερογενείς.
- Υπάρχουν και ενδογενείς ανταγωνισμοί μέσα στις τάξεις.
- Υπάρχει μια σειρά εξουσιαστικών σχέσεων γύρω από την παραγωγή που δεν μπορούν να ερμηνευθούν μόνο με οικονομικά κριτήρια (π.χ. καταγωγή, φύλο).
- Η ταξική έκφραση των συμφερόντων δεν μπορεί και δεν εκφράζεται αδιαμεσολάβητα διότι αποτελεί ζήτημα το πως διαρθρώνεται η ιεραρχία μέσα στις τάξεις – προηγείται δηλαδή η συγκρότηση κοινωνικών ομάδων, επαγγελματικών οργανώσεων κλπ.
Η βασική πάντως επισήμανση που πρέπει να γίνει έχει κυρίως να κάνει με σημαντικές αναπροσαρμογές της παραδοσιακής μαρξιστικής θεωρίας – αυτές κυρίως υποστηρίζουν ότι το επίκεντρο της ταξικής πάλης είναι πλέον το κράτος και όχι η παραγωγή.
Αυτό δεν οφείλεται τόσο στην τάση που παρατηρείται παγκοσμίως να αναμιγνύεται το κράτος όλο και περισσότερο στην οικονομία, ειδικά στο πλαίσιο της τωρινής κρίσης, όσο στο γεγονός ότι στη σύγχρονη μαρξιστική σκέψη η πολιτική κατέχει την πρωτοκαθεδρία – κάτι που δεν συνέβαινε ως γνωστόν στο παρελθόν.
Από την αυξανόμενη μάλιστα “υπεροχή της πολιτικής” προκύπτει και το γεγονός ότι η νέο-μαρξιστική θεωρία για το κράτος υιοθετεί όλο και περισσότερο τη θέση ότι ο πολιτικός αγώνας για τη μετάβαση στο σοσιαλισμό πρέπει να είναι ουσιωδώς “δημοκρατικός”, με την έννοια ότι πρέπει να συνδυάζει την ανάπτυξη των κοινοβουλευτικών θεσμών και των εκλογικών αγώνων με τα κοινωνικά κινήματα, την οργάνωση των εργαζομένων και άλλες μορφές άμεσης δημοκρατίας – ειδικά τώρα που η ρητορική του μπορεί να έχει απήχηση σε μεγάλα λαϊκά στρώματα.
Πέρα όμως από την κριτική, δεν πρέπει να λησμονείται ότι το ταξικό μοντέλο παραμένει η πιο δόκιμη επιλογή για την κατανόηση της πολιτικής σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή.
Αυτό το μοντέλο δηλαδή μπορεί να συμβάλει στο να κατανοήσουμε πως δομείται η πολιτική εξουσία και πως αυτή σχετίζεται με τις ταξικές σχέσεις που πηγάζουν από την δόμηση και οργάνωση της παραγωγής.
Μπορεί ακόμα να μας δώσει κάποιους κανόνες για να κατανοήσουμε κάποιες μακρο-λειτουργίες μεταξύ κράτους και κοινωνίας έτσι ώστε αυτές να μην είναι παντελώς διαφορετικές σε διαδεχόμενα χρονικά διαστήματα.
Σε οποιαδήποτε περίπτωση πάντως, η συγκεκριμενοποίηση των κοινωνικών φαινομένων με βάση μόνο την θεωρητική προσέγγιση του μαρξισμού είναι προβληματική – είτε διότι κάτι τέτοιο συνιστά εξ ορισμού μια μονολογική ανάλυση είτε διότι η επικράτηση του κοινωνικού φαινομένου της εξατομίκευσης έχει αναιρέσει τη μεθοδολογική αρχή πως για να κατανοήσουμε κοινωνιολογικά τα άτομα πρέπει να τα εντάξουμε σε μεγάλες κοινωνικές και ταξικές ομάδες.
Σχετικά links: Μαρξισμός, Πλουραλισμός
Posted by: Evangelos on: February 21, 2009
Με αφορμή την ενεργοποίηση του λογαριασμού μου στο facebook θα ήθελα να αναρτήσω μερικές σκέψεις για τα κοινωνικά δίκτυα.
Σύμφωνα με την κυρίαρχη προσέγγιση, τα κοινωνικά δίκτυα (social networks) αποτελούν την βασικότερη και πιο ενδεικτική αποτύπωση των διαστάσεων της κοινωνικής εξατομίκευσης (individualization) στην διαδικτυακή εξατομίκευση (personalization).
Με άλλα λόγια, πέρα από την διαφορετικότητα που χαρακτηρίζει κάθε χρήστη των κοινωνικών δικτύων, από το γιατί και πώς επιλέγει να τα χρησιμοποιεί (individualization) μέχρι το πώς αυτό εγγράφεται στο επίπεδο της διαδικτυακής του πλοήγησης και συμπεριφοράς (personalization), συνυπάρχει αντιφατικά και μια διάσταση ομοιομορφίας.
Πέρα από την κοινότοπη οντολογική διαπίστωση ότι οι χρήστες συμμετέχουν όλοι μαζί στο ίδιο κοινωνικό μόρφωμα, πρέπει να αναδειχθούν και εκείνα τα χαρακτηριστικά που ερμηνεύουν την επιτυχία, εν προκειμένω, του facebook.
Στη βάση αυτή, νομίζω ότι οι ιδεοληπτικές προσεγγίσεις που βασίζονται στον ουτοπικά απελευθερωτικό ρόλο της τεχνολογίας αποδεικνύονται εξαιρετικά επιφανειακές, διότι όπως τόνισε ένας διαδικτυακός φίλος [...] χρειάζεται βαθιά και ευφυής εμπλοκή [...] για την κατανόηση τέτοιων σύνθετων κοινωνικών φαινομένων.
Βεβαίως, πρέπει να προσπεράσουμε για την οικονομία της συζήτησης την μεθοδολογική παραδοχή ότι η πλήρης ενσωμάτωση με την όποια υπό μελέτη κοινωνική διαδικασία αυξάνει τον κίνδυνο της μυωπικής αυτο-παρατήρησης και μας απομακρύνει από το επιστημολογικό πρόταγμα της “σύνθεσης οριζόντων”, ώστε να εστιάσουμε, με εξ ορισμού περιοριστικό τρόπο, σε αυτό που θεωρούμε βασικό χαρακτηριστικό ενός πολυλογικού φαινομένου.
Έχω την αίσθηση λοιπόν ότι η επιτυχία του facebook βασίζεται στην προσπάθεια “συμβιβασμού” ανάμεσα στην, ενδεχομένως, κατεξοχήν έκφανση της ρευστότητας στο σύγχρονο κόσμο (διαδίκτυο) και την παραδοσιακής λογικής έκφανση της εμπιστοσύνης (εμπρόσωπη αμοιβαιότητα).
Αν και δομική η διαλεκτική αντιφατικότητα της ρευστότητας και της εμπιστοσύνης, εντούτοις αποτυπώνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τις κορυφαίες αντινομίες της κοινωνίας της διακινδύνευσης που καλείται να αντιμετωπίσει το υποκείμενο “κατασκευάζοντας την βιογραφία του”.
Με άλλα λόγια, το άτομο βιώνει στο facebook τα χαρακτηριστικά ενός κόσμου που το ίδιο προσπαθεί εξατομικευτικά (αναστοχαστικά ενίοτε) να διαμορφώσει, έχοντας όμως πλήρη συναίσθηση ότι οι συνθήκες αυτοπραγμάτωσης δεν καθορίζονται μόνο από τις δικές του επιθυμίες.
Υπό αυτή την έννοια, διέκρινα και εγώ μέσω της λειτουργίας του λογαριασμού μου στο facebook τις όποιες δυνατότητες άρσης ορισμένων αναγκαστικών, επικοινωνιακών κυρίως, ασυνεχειών.
Δείτε και εδώ.
Σχετικά links: Διαδικτυακή επικοινωνία
Posted by: Evangelos on: December 19, 2008
Κατά κανόνα, αλλά μάλλον περιοριστικά, η εννοιοκρατική επίκληση της διαλεκτικής παραπέμπει στην εγελιανή σκέψη. Και αυτό διότι στη σκέψη του κλασσικού στοχαστή ο θεωρησιακός αναστοχασμός της πραγματικότητας χαρακτηρίζεται από την εγγγενή αντιθετικότητα των κοινωνικών δυνάμεων – η σύγκρουση των οποίων σηματοδοτεί μια τελολογική κορύφωση υπό το πρίσμα της ιστορικής ροής.
Ουσιαστικά εδώ έχουμε μια κριτική αντίστιξη στην κατά Κίρκεγκαρντ προσέγγιση της διαλεκτικής – όπου η ιστορικότητα δεν μπορεί να νοηθεί έξω και μακριά από το εμπειρικό Εγώ και τα υποκειμενικά βιώματα.
Αυτή η ιδιοποίηση της αντιφατικότητας από το άτομο μπορεί δυνητικά να το οδηγήσει στην αυτοσυνειδησία, αρκεί να υφίσταται η προϋπόθεση της ελευθερίας – ο απεγκλωβισμός δηλαδή κατά τον Κίρκεγκαρντ από την λογική των κατεστημένων συστημάτων.
Μέσω αυτής της μη νομοτελειακής διαδικασίας, η ανύψωση του Εγώ παίρνει τον χαρακτήρα συνειδησιακής αυτοπραγμάτωσης – απόρροια της ελεύθερης βούλησης και της εσωτερικής πνευματικότητας.
Σε μια παρόμοια λογική, οι μέρες που ακολουθούν είθισται να αποτελούν μια καλή αφορμή για περισυλλογή πάνω στις δυνατότητες για κατασκευή της βιογραφίας μας πέρα από τις συμβάσεις των υπερδομών της αλλοτρίωσης.
Αντί λοιπόν για Καλά Χριστούγεννα και Καλή Χρονιά, σας εύχομαι καλή – εξατομικευμένη και κατά Κίρκεγκαρντ – ανάβαση της συνείδησης.
Σχετικά links: Αναστοχαστικότητα και εξατομίκευση, Αναστοχαστικότητα και εαυτός, Αναστοχαστικότητα και αλλοτρίωση
Posted by: Evangelos on: December 10, 2008
Στην προσπάθεια να παρουσιάσω κάποιον από τους κινδύνους της επόμενης μέρας παράλληλα με ένα ανθρωπιστικό μήνυμα, κατέληξα να αναρτήσω μια, ενδεχομένως, ασύνδετη ανάλυση στο προηγούμενο post μου.
Δεν πειράζει, λάθη γίνονται και απολογούμαι για αυτά – και ο καλύτερος τρόπος νομίζω είναι να προσπαθήσω να δώσω μια πιο συγκροτημένη εικόνα των επιχειρημάτων μου.
Η ιστορικο-κοινωνική αναγωγή που επιχείρησα στην βάση των θεωριών της κρίσης διακυβέρνησης συνίσταται στο να καταδείξει το αίτημα για ενίσχυση της κεντρικής εξουσίας, συνήθως με αυταρχικότερο τρόπο, όταν το πολιτικό κατά βάση σύστημα αδυνατεί να ανταποκριθεί στα κοινωνικά αιτήματα και στις αντίστοιχες κοινωνικές διεκδικήσεις.
Η περίπτωση της στροφής στο σκληρό νεοφιλελευθερισμό της δεκαετίας του 80 με Ρήγκαν και Θάτσερ όπως προκύπτει μέσα από τη συζήτηση για τις θεωρίες της ακυβερνησίας και η ανάδειξη του μοντέλου διακυβέρνησης Σαρκοζύ μετά τα επεισόδια του Παρισιού, αποτελούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις.
Υπάρχει αντίστοιχος κίνδυνος για την ελληνική πραγματικότητα; Σαφέστατα, ναι. Οι δε μορφές που μπορεί να πάρει εκτείνονται από το θεσμικό-πολιτικό έως το συμβολικό-κοινωνικό πεδίο.
Από την άλλη, εγείρεται και το εξής ερώτημα: οι προσπάθειες για κοινωνικό μετασχηματισμό συνοδεύονται πάντοτε από ενίσχυση των κατασταλτικών μηχανισμών όλων των τύπων; Σαφέστατα όχι.
Φαίνεται όμως πως το κοινωνικό σύστημα που αποκαλείται καπιταλισμός παρουσιάζει διαχρονικά την ιδιότητα να προσπερνά τις κρίσεις που συναντά – τροποποιώντας τις περισσότερες φορές τις κοινωνικές αντιδράσεις προς όφελός του, αποκτώντας έτσι μια νέα νομιμοποίηση.
Πιο χαρακτηριστική περίπτωση εδώ είναι η συζήτηση σχετικά με τους αγώνες των φεμινιστικών κινημάτων στις δεκαετίες 60 και 70.
Έτσι, ενώ το βασικότερο αίτημα επικεντρωνόταν στην κοινωνική ισότητα των δύο φύλων και την χειραφέτηση των γυναικών, οι κινηματικές διεκδικήσεις οδήγησαν, σύμφωνα με κάποιους, στο καπέλωμα της φεμινιστικής ρητορικής από τις δυνάμεις της αγοράς το οποίο κατέληξε σε μια διάχυτη αλλοτρίωση στη βάση του ιδιότυπου συνδυασμού κατανάλωσης, σεξισμού και συντροφολαγνείας.
Τελειώνοντας και για να επανέλθω στη βασική συλλογιστική, είναι εξαιρετικά σημαντικό τώρα που το κοινωνικό σύστημα του καπιταλισμού ξεπερνά τη φάση της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, ο χαρακτήρας που θα πάρει η δικιά μας εθνική ιδιομορφία να μην προσδιοριστεί από τις πιο παθογενείς εκφάνσεις της κοινωνίας της διακινδύνευσης: φόβος, ανασφάλεια, έλλειψη εμπιστοσύνης και κοινωνικής συνοχής, ακραίος ατομικισμός, μισαλλοδοξία.
Γιατί όποιος έχει ή καλλιεργεί την ψευδαίσθηση ότι αυτές οι κινητοποιήσεις δύναται να κλονίσουν τον πυρήνα του συστήματος, τότε αυτός είναι ο πρώτος που θέτει τις βάσεις για κοινωνικές εξελίξεις εις βάρος του ατόμου και των κοινωνιών.
Posted by: Evangelos on: December 9, 2008
Με αφορμή τη συζήτηση για την επόμενη μέρα των γεγονότων του Δεκεμβρίου θα ήθελα να συνδέσω τα επίμαχα ζητήματα που αναδύονται με τις θεωρίες της ακυβερνησίας.
Με τις θεωρίες λοιπόν της ακυβερνησίας ή κρίσης διακυβέρνησης, και ειδικότερα με το λεγόμενο πολιτικό παράδειγμα, ασκείται κριτική στη φιλελεύθερη δημοκρατία και ζητείται ενίσχυση της κεντρικής εξουσίας.
Η ιδεολογική επίθεση εδώ γίνεται στον περίφημο συμβιβασμό της φιλελεύθερης δημοκρατίας, δηλαδή του κεϋνσιανού κράτους και της νομικής εξασφάλισης για ελεύθερη/ανοιχτή πολιτική συμμετοχή για την τιθάσευση της λεγόμενης βίας της αγοράς – κάτι που έχει μεγάλη θεωρητική σημασία γιατί φεύγουμε από την κλασσική αμερικανική σκέψη, δηλαδή την πλουραλιστική θεώρηση της δημοκρατίας.
Επίσης, μπαίνει και ένα μείζον θεωρητικό ερώτημα πάνω σε αυτό που είχε διατυπώσει ο Seymour Martin Lipset, ότι δηλαδή η ανάπτυξη του καπιταλισμού ενισχύει τη δημοκρατία και τους θεσμούς διότι όσο αυξάνει ο πλούτος και η μεσαία τάξη που τον απολαμβάνει τόσο ενισχύεται η δημοκρατία – κάτι που αμφισβητούν οι θεωρίες της ακυβερνησίας και διαψεύστηκε ιστορικά σύμφωνα με την ανάλυση Νίκου Μουζέλη για την ημι-περιφέρεια.
Το πολιτικό παράδειγμα λοιπόν γίνεται κατανοητό μέσα από τις θέσεις των παρακάτω, συντηρητικών βασικά, διανοητών.
Ο Samuel Huntington θέτει το ζήτημα της πολιτικής τάξης η οποία είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη. Το κύριο πρόβλημα είναι ότι υπάρχει μια συναίνεση στο σύστημα και έτσι εξαντλείται η συμμετοχή στην πολιτική διαδικασία ενώ τις δεκαετίες 60 και 70 έχουμε μια συμμετοχική αύξηση που οδηγεί στην υπερφόρτωση του συστήματος (input overload με λειτουργιστικούς όρους ή volume-content stress όπως θα έλεγε ο David Easton).
Η δημοκρατία μας όμως δεν είναι φτιαγμένη για να λειτουργεί με τόση έξαρση συμμετοχικότητας, δεν μπορούν δηλαδή να ικανοποιηθούν όλων τα αιτήματα γιατί τότε το σύστημα θα καταρρεύσει (κατεξοχήν πολιτικός ρεαλισμός και κυνισμός εδώ).
Άρα πρέπει να υπάρχει ένα μίνιμουμ απάθειας οπότε και η πολιτική παρέμβαση συνιστάται στο ότι το κράτος πρέπει να φροντίσει να περιοριστούν οι διεκδικήσεις. Γι’ αυτό και προτείνεται καταστολή των κοινωνικών αγώνων από τη μια και περιστολή/περικοπή των κοινωνικών παροχών από την άλλη.
Ο Michel Crozier θέτει την έμφαση στους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς και στο πως η εκκοσμίκευση οδηγεί στη διάβρωση της γραφειοκρατίας και στην υπονόμευση των οριοθετημένων δίπολων (όπως π.χ. αυτό της αριστεράς-δεξιάς), οπότε και η εξουσία δεν μπορεί να παραχθεί όπως στο παρελθόν και άρα πρέπει να γίνει αναθεώρηση της γραφειοκρατίας και οργάνωση προς μια ορθολογικότερη άσκηση της εξουσίας.
Το πρόβλημα είναι ότι η αύξηση της ελευθερίας έφερε καινούργιες συγκρούσεις (όπως π.χ. τρομοκρατία, οργανωμένο έγκλημα, παραοικονομία) και ότι υπάρχει μια κρίση εκκοσμίκευσης – δηλαδή η ισορροπία εξουσίας και γραφειοκρατίας κλειδωνίζεται γιατί αφενός ο πολίτης έρχεται πιο κοντά στην εξουσία, αφετέρου γίνεται σαφές ότι η γραφειοκρατία δεν είναι ουδέτερη αλλά εμπλέκεται άμεσα στην πολιτική διαδικασία.
Το βασικό πρόβλημα που προκύπτει από τα παραπάνω είναι ότι οι πολίτες μπορούν και ν’ αρθρώνουν αιτήματα (τα οποία είναι απεριόριστα), αλλά και να ζητούν την προστασία από την πολιτική εξουσία (αιτήματα δηλαδή που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν όλα μαζί και ταυτόχρονα).
Ο Samuel Brittan εστιάζει στην αντίφαση του ατομικού οππορτουνισμού στο επίπεδο της οικονομίας με συνεχείς διεκδικήσεις και του πολιτικού επίπεδου που καλλιεργεί ένα κλίμα ευφορίας για τέτοιες διεκδικήσεις – δηλαδή προκειμένου να πείσουν τα κόμματα πλειοδοτούν σε υποσχέσεις (εδώ έχουμε μια κλασσική ανάλυση τύπου Joseph Schumpeter).
Τα αιτήματα όμως και τα συμφέροντα είναι ασταμάτητα και αντιτιθέμενα. Το πρόβλημα οπότε είναι των πολιτικών και κομματικών ηγεσιών που καλλιεργούν ένα κλίμα αυξημένων προσδοκιών, πράγμα που φανερώνει μια ασυνέπεια της πολιτικής, και υπονομεύεται η δυνατότητα να ασκηθεί η εξουσία – και επειδή αυτά τα κάνουν οι ανεύθυνες ηγεσίες και τα συνδικάτα, πρέπει να περισταλούν τα δικαιώματα των συνδικάτων.
Είναι γνωστό το που οδήγησαν αυτές οι απόψεις κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 80.
Έτσι, αν και το πρόβλημα είναι διαφορετικής υφής σήμερα, η περίπτωση των επεισοδίων στη Γαλλία και η επικράτηση του μοντέλου διακυβέρνησης Σαρκοζί δείχνει πως όταν οι κοινωνικές διεκδικήσεις και διαμαρτυρίες στην κοινοβουλευτική δημοκρατία δυτικού τύπου ξεπερνούν τα όρια της αστικής κοινωνικής τάξης οι αυταρχικές λύσεις σε πολιτικό, κοινωνικό και συμβολικό επίπεδο βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στις κοινωνίες της διακινδύνευσης.
Ας ελπίσουμε πως αυτή τη φορά η διέξοδος, πολιτική και κοινωνική, θα είναι προοδευτική και προς όφελος όλων, χωρίς να ξεχνάμε ότι βασική προϋπόθεση της δυνατότητας για κοινωνική εξέλιξη και πρόοδο είναι ο σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή παιδιών, πολιτών, αστυνομικών.
Posted by: Evangelos on: November 30, 2008
Σε αντίθεση με την πεπερασμένη συζήτηση για την εταιρική κοινωνική ευθύνη, συχνά λησμονούμε ότι η έννοια της κοινωνικής υπευθυνότητας σχετίζεται εξ αρχής με την ταυτοτική συγκρότηση του ατόμου και όχι με τη νομιμοποίηση της αγοράς στο πλαίσιο του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού.
Πιο αναλυτικά, το εκάστοτε υποκείμενο, καταφατικά ή αποφατικά αλλά πάντοτε εξατομικευμένα, αποτιμά την δικιά του ατομική ευθύνη απέναντι στο κοινωνικό σύνολο – ενίοτε, σε ένα πλαίσιο πολιτικού κυνισμού, τη θεωρεί ακόμα και μηδενική.
Οι προκείμενες που καθορίζουν τη στάση του υποκειμένου έχουν να κάνουν με μια σειρά από διαστάσεις που εκτείνονται από τις μεταφυσικές του ανησυχίες έως τις ιδεολογικές του αφετηρίες.
Αναφορικά λοιπόν με την έννοια της κοινωνικής ευθύνης, υπάρχουν ορισμένες “μεγάλες αφηγήσεις” που την οριοθετούν στη βάση του παρακάτω απλού σκεπτικού: η ανοχή συνιστά μέθεξη.
Με άλλα λόγια, είναι υποχρέωση η ανάληψη δράσης απέναντι σε φαινόμενα που, κατά τη βασική συλλογιστική της ταυτότητας και των αξιών που υιοθετεί το υποκείμενο, αποτελούν εστίες παθογένειας στο εκάστοτε πλαίσιο της κοινωνικής υπευθυνότητας – αλλιώς το άτομο είναι κοινωνικά υπόλογο.
Έκφανση των παραπάνω αποτελεί και το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα – σύμφωνα δηλαδή με τις επιταγές της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης, ο κλήρος και οι πιστοί οφείλουν την όποια ενεργητική δράση απέναντι στις στρεβλώσεις που κατακλύζουν το “μάταιο τούτο κόσμο”.
Από την άλλη βέβαια, το ορθόδοξο δόγμα αντιλαμβάνεται την ελλειμματική φύση του ανθρώπου και την άνιση μάχη με τα πάθη του – την οποία ο πιστός καλείται να υπερκεράσει στο έσχατο στάδιο με την εξομολόγηση, την αναγνώριση της αμαρτίας και, εν τέλει, τη Θεία συγχώρεση.
Η λυτρωτική όμως αυτή διάσταση της ορθόδοξης πνευματικότητας δεν σημαίνει και αποποίηση της προαναφερθείσας κοινωνικής ευθύνης – ευθύνη που αν και αφορά το σύνολο πιστών και κληρικών, βαραίνει κάπως περισσότερο τους φορείς του κλήρου.
Σε αυτό το πλαίσιο, καθίσταται σαφές ότι η, κατά τα φαινόμενα, ανοχή της εκκλησιαστικής ιεραρχίας (με τις όποιες εξαιρέσεις) στην περίπτωση του Βατοπαιδίου, συνιστά μέθεξη με την πιο εκφυλιστική και παρασιτική μορφή της κοσμικής και αστικής διαφθοράς – της οποίας όμως η γενικότερη ανοχή αποτελεί κοινωνική ευθύνη όλων μας.
Σχετικά links: Αναστοχαστικότητα και ιδεολογία, Αναστοχαστικότητα και μεταθανάτιο άγχος
Posted by: Evangelos on: June 19, 2008
Κατά κανόνα, αλλά μάλλον περιοριστικά, η εννοιοκρατική επίκληση της αλλοτρίωσης παραπέμπει στη μαρξική σκέψη. Και αυτό διότι στη σκέψη του κλασσικού στοχαστή ως αιτιογόνος απαρχή της απόσπασης της αυτενέργειας και αποδόμησης εν συνεχεία του υποκειμένου νοείται η υλιστική πραγματικότητα – μια πραγματικότητα που κατανοείται μόνο μέσα από το πρίσμα της ταξικής δομής των κοινωνιών.
Ουσιαστικά εδώ έχουμε μια κριτική αντίστιξη απέναντι στην κατά Φώϋερμπαχ προσέγγιση της αλλοτρίωσης – η οποία περιστρέφεται γύρω από την απώλεια ανθρώπινων χαρακτηριστικών που προβάλλονται κατά ένα αντιφατικό τρόπο στη μεταφυσική αποτύπωση του θείου.
Αν και αυτή η απώλεια αφορά κυρίως την αυτονομία και την δημιουργικότητα του ατόμου, δυνητικά μπορεί να εγγραφεί σε κάθε “χαμένη” από την ιστορική εξέλιξη ιδιότητα του υποκειμένου.
Στη βάση αυτής της αφαιρετικής προϋπόθεσης και προσπερνώντας το όραμα της “συλλογικής ουσίας” που κορυφώνει τη σκέψη του Φώϋερμπαχ, μπορούμε να θεωρήσουμε ως άρση της αλλοτρίωσης επιμέρους εκφάνσεις του [...] Είναι των αισθήσεων, της αντίληψης, των συναισθημάτων και της αγάπης [...], όπως αυτή της παιδικότητας.
Στο βαθμό που μια τέτοια ανάκλαση της παιδικότητας συνιστά μια αποφατικά οριζόμενη έκφραση συναισθημάτων αγάπης και φιλίας, μπορεί και να τεθεί ως ένας βραχυπρόθεσμος τρόπος αυτοπραγμάτωσης – τέτοιος που να συνάδει με τις κοινωνικές συνθήκες που δημιουργεί το καλοκαίρι στη χώρα μας.
Αντί λοιπόν για καλό καλοκαίρι, σας εύχομαι καλή – εξατομικευμένη και κατά Φώϋερμπαχ – άρση της αλλοτρίωσης.
Σχετικά links: Αναστοχαστικότητα και εξατομίκευση, Αναστοχαστικότητα και εαυτός, Αναστοχαστικότητα και διαλεκτική
Posted by: Evangelos on: May 4, 2008
Με αφορμή την ανάρτηση της περίληψης του θέματος της διδακτορικής μου διατριβής στην προσωπική ιστοσελίδα του επιβλέποντος καθηγητή Νίκου Δεμερτζή, παραθέτω και εδώ αυτούσιο το εν λόγω κείμενο.
Κύριο άξονα λοιπόν της διδακτορικής διατριβής αποτελεί η μελέτη της πορνογραφίας στο διαδίκτυο σε σχέση και αναφορικά με τη συνθήκη της εξατομίκευσης (individualization).
Καθοριστικό σημείο ανάλυσης αποτελεί η γραμματική του μέσου διαδίκτυο διότι από αυτήν προκύπτει και το ακρογωνιαίο ζήτημα του υπό μελέτη θέματος που αναδεικνύει και την κεντρική διάσταση του φαινομένου της εξατομίκευσης: ελευθερία της πρόσβασης και επιλογής vs το πρόταγμα της αυτονομίας του υποκειμένου.
Τα βασικά ερευνητικά ερωτήματα που τίθενται είναι τα παρακάτω: Η δυνατότητα πρόσβασης σε πορνογραφικό υλικό της προσωπικής μου αρεσκείας συνιστά μόνο “ελευθερία επιλογής” (individual freedom κατά τον Simmel);
Τί σημαίνει η δυνατότητα να έχει κάποιος συνεχή και χωρίς ιδιαίτερο κόστος πρόσβαση σε πορνογραφικό υλικό; Συνιστά η παρακολούθηση τέτοιου υλικού “προβολή εξουσιαστικής δράσης”; Η γραμματική του διαδικτύου συμβάλλει στην αίσθηση “αποσπασματικής κατοχής δυνητικής εξουσίας”;
Εν τέλει, απουσία αυτοπραγμάτωσης (self-realization), αποδόμηση του υποκειμένου ή επανακατασκευή της ταυτότητας του ατόμου;
Βασική μεθοδολογική προσέγγιση πρόκειται να αποτελέσει η ανάλυση λόγου (discourse analysis), ενώ η αναγωγή και σύνδεση της λογικής της διαδικτυακής πορνογραφίας σε σχέση με τη συνθήκη της εξατομίκευσης θα επιχειρηθεί με βάση το έργο του Georg Simmel.
Κι αυτό διότι στο κλασσικό έργο του Γερμανού διανοητή βλέπουμε την πρώτη χαρακτηριστική αποτύπωση της προβληματικής ότι το πρόταγμα της νεωτερικότητας για την ελευθερία του ατόμου και τις νέες δυνατότητες για αυτοπραγμάτωση του υποκειμένου δεν μπορεί να ολοκληρωθεί απλά και μόνο με τη δυνατότητα να ζει κάποιος με τον τρόπο που καθορίζει – ή που έστω νομίζει ότι καθορίζει – εκείνος.
Σχετικά links: Αναστοχαστικότητα και εξατομίκευση
Posted by: Evangelos on: April 16, 2008
Η ρητορική περί της συνθήκης της εξατομίκευσης – δηλαδή την ταυτόχρονη αντιφατική συνύπαρξη ομοιομορφίας και ιδιαιτερότητας – σχετίστηκε σε μεγάλο βαθμό με τη συζήτηση περί κορεσμού των σύγχρονων κοινωνιών από τις αμέτρητες πληροφορίες που μας κατακλύζουν.
Μια κατάσταση που εμποδίζει και αποθαρρύνει τον άνθρωπο από το να παράγει γνώση και αναστοχαστικότητα – αυτός είναι ο περίφημος “κορεσμένος εαυτός” σύμφωνα με έναν διακεκριμένο στοχαστή.
Η σύγχρονη δηλαδή κοινωνία είναι μια κοινωνία ροών σημείων και εικόνων σε διαρκή και άναρχη αλλαγή με τρομακτικές συνέπειες και επιδράσεις για την αντίληψη του χρόνου, του χώρου, της ιστορίας και της ζωής της ίδιας.
Μια κατάσταση που φανερώνει μια πλευρά δυσκολίας προσανατολισμού στο σύγχρονο κόσμο ή “αδυναμίας διαμόρφωσης ατομικών συνθηκών” σύμφωνα με έναν κλασσικό κοινωνιολόγο.
Κύριο χαρακτηριστικό αυτής της σύγχυσης αποτελούν οι τρομακτικές αντιφάσεις που βιώνουν οι κάτοικοι των μεγαλουπόλεων από τη λήψη πληροφοριών σε κοινωνικό και ταξικό επίπεδο – η κλίμακα των οποίων δύναται να κυμαίνεται από τις πλέον μεγαλοαστικές ουτοπίες της ημέρας μέχρι τις πιο λούμπεν καταστάσεις της νύχτας.
Μια κατάσταση που καθιστά δύσκολη την αποτίμηση του προσωπικού κόστους να ζεις και έντονα και με στόχους – ένα κόστος που πράγματι δεν μπορεί να σταθμιστεί όσο είμαστε βυθισμένοι στην εξατομικευμένη “μπλαζέ πραγματικότητά” μας.
Σχετικά links: Αναστοχαστικότητα και εαυτός, Εξατομίκευση και πορνογραφία, Αναστοχαστικότητα και αλλοτρίωση, Αναστοχαστικότητα και διαλεκτική
Posted by: Evangelos on: March 24, 2008
Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες συζητήσεις στο πλαίσιο της μετανεωτερικότητας είναι και αυτή για τον χρόνο.
Αν και το θέμα είναι μάλλον ανεξάντλητο – λόγω και των φιλοσοφικών του προεκτάσεων – θα περιοριστώ σε τέσσερα από τα χαρακτηριστικά του χρόνου στην κοινωνία της διακινδύνευσης.
Έτσι έχουμε καταρχήν την αυξανόμενη ταχύτητα με την οποία κινούνται τα πράγματα στην σύγχρονη εποχή, και η οποία σχετίζεται κυρίως με την απανταχού ρευστότητα.
Στην ίδια λογική εντάσσεται και η χωροχρονική συμπίεση – ή αλλιώς πλήρης αποδέσμευση από χώρο και χρόνο – λόγω της εκτεταμένης διασύνδεσης του κόσμου από την χρήση των νέων τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας.
Εν συνεχεία, έχουμε τον λεγόμενο κατακερματισμό του χρόνου, δηλαδή την ταυτόχρονη αντιφατική συνύπαρξη κατανόησης και αγνωσίας του ότι ζούμε και τον χρόνο της στιγμής και τον ιστορικό ή βιολογικό χρόνο, ο οποίος σχετίζεται κυρίως με την συνθήκη της εξατομίκευσης.
Τέλος, έχουμε την ιδιαίτερη αξία των χρονισμών (timing) στον σύγχρονο κόσμο λόγω της πολλαπλότητας των εγκλίσεων και της συνείδησης της συστηματικής αλληλεξάρτησης σε πολλαπλά επίπεδα.
Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι μια προϊούσα αναντιστοιχία ανάμεσα στην αναστοχαστικότητα και τον χρόνο δεδομένου της διαφορετικής προσέγγισης του τελευταίου.
Ο χρόνος δηλαδή στην εποχή της ύστερης νεωτερικότητας γίνεται αντιληπτός κυρίως ως αρχή και ουχί ως τέλος – το τέλος που συνιστά και με τις δυο έννοιες του (λήξη και σκοπός) μια από τις πιο σημαντικές πηγές αναστοχαστικότητας.
Αυτός όμως ο αυτοσκοπός της αρχής αποτελεί, σε τελευταία ανάλυση, έκφανση της ιδεολογικής υπερδομής του καπιταλισμού στον βαθμό που αποτυπώνει την δυνατότητα της ταξικοκοινωνικής ανέλιξης που υποσχέθηκε το κοινωνικό συμβόλαιο.
Υπό αυτή την έννοια, ο χρόνος στη μετανεωτερικότητα συνιστά εστία αλλοτρίωσης.
Σχετικά links: Αναστοχαστικότητα και μεταθανάτιο άγχος
Posted by: Evangelos on: March 16, 2008
Η τυπολογική διάκριση των κοινωνιών σε παραδοσιακές, νεωτερικές (από τον 16ο, ή 18ο κατά άλλους, αιώνα και μετά) και μετανεωτερικές (ως μετανεωτερικότητα νοείται η επίταση των συνεπειών της νεωτερικότητας τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες) είθισται να συνοδεύεται και από επιμέρους ταξηδηλωτικές αναπαραστάσεις.
Πλέον ενδεικτική είναι η διάκριση με βάση την διαφοροποίηση. Έτσι, οι παραδοσιακές κοινωνίες είναι αδιαφοροποίητες, οι νεωτερικές χαρακτηρίζονται από την διαφοροποίηση και οι μετανεωτερικές προσδιορίζονται από την υπερδιαφοροποίηση – ή κατακερματισμό κατά ορισμένους.
Στον βαθμό που η κοινωνική θεωρία θεωρεί ότι έχει περιγράψει επαρκώς τα χαρακτηριστικά των παραδοσιακών και νεωτερικών κοινωνιών, εσχάτως έχει στρέψει την ενασχόλησή της με τις μεγάλες και σύνθετες έννοιες στην σύγχρονη, μετανεωτερική εποχή.
Σ’ αυτό το πλαίσιο, η έννοια του εαυτού κατέχει κεντρική θέση στην επιστημονική βιβλιογραφία, ειδικά σε σχέση με την θεωρία των ταυτοτήτων – ο εαυτός συνιστά μεγαλύτερη υπαρξιακή έννοια από την ταυτότητα, η οποία όμως αποτελεί απόληξη του εαυτού.
Οι χαρακτηρισμοί για τον σύγχρονο εαυτό είναι αρκετοί και πολύ ενδιαφέροντες. Ένας από αυτούς ανάγεται και στην παραπάνω κατηγοριοποίηση.
Έτσι, ο εαυτός στις παραδοσιακές κοινωνίες είναι εγωπαθής, στις νεωτερικές εγωιστής και στις μετανεωτερικές εγωκεντρικός.
Σύμφωνα δηλαδή με την παραπάνω προσέγγιση, ο άνθρωπος της σύγχρονης κοινωνίας συμπεριφέρεται εκ των πραγμάτων εγωκεντρικά – έστω και αν αυτόπραγματώνεται μέσω ενός Άλλου.
Ο εγωκεντρικός εαυτός – πάντα στην βάση της συνθήκης της εξατομίκευσης – συνιστά μια από τις κορυφαίες αντινομίες των κοινωνιών της διακινδύνευσης.
Από τη μια δηλαδή οι σύγχρονες δομές και ο τρόπος ζωής απευθύνονται στο μεμονωμένο άτομο, από την άλλη όμως αυτό αισθάνεται αδύναμο να ανταποκριθεί από μόνο του στις επιταγές της σύγχρονης υπερδομής που απομακρύνει το άτομο από την κλασσική έννοια της αυτονομίας και της συμβίωσης.
Κατανοώ πόσο σύνθετη και δυσνόητη μπορεί να είναι αυτή η συζήτηση.
Γι’ αυτό και μοναδικός στόχος αυτού του post είναι να προκαλέσει τους αναγνώστες του να αναστοχαστούν πάνω στον εύκολο αφορισμό που χρησιμοποιείται από όλους σχεδόν περί “εγωιστικών συμπεριφορών” των γύρω μας.
Χρειάζεται να ενσκήψουμε με μεγαλύτερη προσοχή στον άνθρωπο της μετανωτερίκοτητας – ένας εκ των οποίων είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Άλλοτε, πράγματι εγωιστής. Πάντοτε όμως, αναγκαστικά, εγωκεντρικός.
Σχετικά links: Αναστοχαστικότητα και εξατομίκευση, Αναστοχαστικότητα και αλλοτρίωση, Αναστοχαστικότητα και διαλεκτική
Posted by: Evangelos on: March 8, 2008
Αποδεχόμενος την πρόσκληση των Uroborous, Καλά… Ελληνική Διαφήμιση και Έχετε Δυο Αγελάδες; είπα να συμμετάσχω και εγώ στο περίφημο Blog Chain Game, τις οδηγίες του οποίου παραθέτω:
1. Πιάσε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε σένα.
2. Άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 123 (αν το βιβλίο διαθέτει λιγότερες από 123 σελίδες, άφησέ το και πήγαινε στο επόμενο κοντινότερο).
3. Βρες την πέμπτη περίοδο (από τελεία σε τελεία, αν θυμάσαι) της σελίδας.
4. Ανάρτησε τις επόμενες τρεις περιόδους (δηλ. την έκτη, την έβδομη και την όγδοη).
5. Ζήτα από πέντε ανθρώπους να κάνουν το ίδιο.
Η αλήθεια είναι ότι διαβάζοντας αναρτήσεις για αυτό το παιχνίδι είδα ότι όλοι παράθεσαν αποσπάσματα από λογοτεχνικά βιβλία.
Μια επιλογή που είναι αδύνατη για εμένα μιας και ποτέ δεν διάβασα ούτε ένα λογοτεχνικό βιβλίο.
Έτσι, η εύλογη περισυλλογή αφορά την περίφημη ρικεριανή λογική περί κατανόησης του εαυτού μας μέσα από την επαφή με το κείμενο. Δεν είναι όμως πεπερασμένη η εν λόγω αναστοχαστική διαδικασία όταν αποκλείεται η ανάγνωση βιβλίων που δεν υπάρχει δυνατότητα βιωματικής ταύτισης με ήρωες ιστοριών;
Μεγάλη συζήτηση. Ας περιοριστώ οπότε στην προσταγή του παιχνιδιού.
Από το εξαιρετικό Ρευστή αγάπη: Για την ευθραυστότητα των ανθρωπίνων δεσμών του Ζύγκμουντ Μπάουμαν, διαβάζω:
[…] Όπως όμως, ο μετριασμός της ανάγκης και των πιέσεων της “απλής επιβίωσης” υπήρξε η αναγκαία συνθήκη για την επιτυχία των εμπορικών κέντρων, έτσι και τα ραντεβού στο Διαδίκτυο δεν θα μπορούσαν να σταθούν από μόνα τους, αν δεν είχαν βοηθηθεί και υποστηριχθεί από την αφαίρεση της πλήρους απασχόλησης, της δέσμευσης και της υποχρέωσης “να είμαι εκεί όποτε με χρειαστείς” από τον κατάλογο των αναγκαίων συνθηκών της σχέσης.
Η ευθύνη της απάλειψης αυτών των συνθηκών δεν είναι δυνατόν να επιρρηφθεί στην εικονική θύρα των ηλεκτρονικών ραντεβού.
Συνέβησαν πολλά αλλά καθ’ οδόν προς τη ρευστή μοντέρνα, εξατομικευμένη κοινωνία, τα οποία έκαναν τις μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις ανυπόστατες, τους δεσμούς μακράς διάρκειας εξωτικό φρούτο και την υποχρέωση αμοιβαίας συμπαράστασης “ό,τι και αν γίνει” προοπτική που ούτε ρεαλιστική είναι ούτε θεωρείται ότι αξίζει και πολύ τον κόπο […]
Νομίζω βέβαια πως το τυχαίο κατά το παιχνίδι απόσπασμα σηκώνει από μόνο του πολλή συζήτηση.
Σε οποιαδήποτε περίπτωση, προσκαλώ και εγώ με τη σειρά μου τους πέντε σχολιαστές του προηγούμενου post Αρχική Σελίδα, Διασταυρώσεις, Σκέφτομαι και γράφω, Vasikos metoxos και Mmexer να συμμετάσχουν στο παιχνίδι.
Posted by: Evangelos on: February 24, 2008
Ολοκληρώνοντας αυτή τη σειρά των post για τα πολιτικά κόμματα θα πρέπει να προστεθούν κάποια τελευταία σχόλια σχετικά με τον μετασχηματισμό των κομμάτων – ώστε να γίνουν και οι αναγκαίες αναφορές για την ελληνική περίπτωση.
Έτσι, σύμφωνα με τον Kircheimer, τα κόμματα έγιναν πολυσυλλεκτικά (catch-all) διότι:
- αλλοιώθηκαν οι ευδιάκριτοι ταξικοί διαχωρισμοί λόγω της πλήρης εμπορευματοποίησης των αγαθών και της εκτεταμένης κατανάλωσης από το σύνολο των κοινωνιών.
- απομακρύνθηκαν τα κόμματα από τις παραδοσιακές λειτουργίες τους, υποβαθμίστηκε ο ρόλος του απλού μέλους και επικράτησε η συνειδητή επιλογή του ηγέτη με γνώμονα την εκλογική επιτυχία.
- κατέστη σαφές ότι ο ανταγωνισμός των κομμάτων στην εκλογική αγορά τα οδηγεί στη δοκιμασμένη και αποτελεσματική πρακτική συνολικής αντιπαράθεσης για να κινητοποιηθεί όλη η δυνάμει εκλογική πελατεία.
Η κριτική που ασκείται στην παραπάνω κλασσική προσέγγιση του γερμανού διανοητή είναι:
- πρώτον για τον τρόπο που δέχεται τις λειτουργίες, δηλαδή ότι τις παλιές τα κόμματα τις υιοθετούσαν ακούσια ενώ τις νέες εκούσια.
- δεύτερον αφενός η ενδυνάμωση του ηγέτη δεν είναι κάτι καινούργιο αν αναλογιστούμε μάλιστα το “σιδηρούν νόμο της ολιγαρχίας”, αφετέρου ελέγχεται και στο ότι η εκλογή του ηγέτη γίνεται με βάση τους πολιτικούς συσχετισμούς δυνάμεων εντός του κόμματος, πολλές φορές και εκτός αυτού.
- τρίτον η ανάλυση, σύμφωνα και με το δεύτερο, αδιαφορεί και παραβλέπει την εσωκομματική οργάνωση των κομμάτων.
- τέταρτον τα κόμματα ανέκαθεν προσπαθούσαν να σταθεροποιήσουν την εκλογική τους πελατεία και επιλογή – τα κόμματα δηλαδή έχουν μια “διττή φύση”, από τη μια είναι μηχανισμοί ανατροπής αλλά ταυτόχρονα από την άλλη είναι και ενσωμάτωσης.
- πέμπτον μπορεί τα κόμματα να χαμήλωσαν τους ιδεολογικούς τόνους όμως δεν απώλεσαν την ιδεολογία τους σύμφωνα και με τη συζήτηση περί του τέλους της ιδεολογίας – τα κόμματα δηλαδή δεν μπορούν να ξεπεράσουν τις γενεσιουργές τους αιτίες, όσο και αν ο πολυσυλλεκτισμός υποσκάπτει την ιδεολογική τους βάση.
Η δυναμική όμως των παραπάνω χαρακτηριστικών “ανάγκασαν” εν τέλει τα κόμματα να υιοθετήσουν σε μεγάλο βαθμό τις κυβερνητικές λογικές.
Έτσι, τα κόμματα φαίνεται να απομακρύνονται από τη μία από την κοινωνία και να έρχονται πιο κοντά προς το κράτος από την άλλη – γι’ αυτό και έχουν την συνεχή ανάγκη της νομιμοποίησης που τα οδηγεί στη συνεχή επίκληση του λαού και της συνταγματικής τους κατοχύρωσης, αλλά και της περίφημης ευημερίας των αριθμών, αφού οι πόροι του κόμματος προέρχονται από το κράτος.
Αυτή η διαδικασία έχει ορθά αποκληθεί από έλληνα πολιτικό επιστήμονα ως “αποκομματικοποίηση των κομμάτων” τα οποία πλέον είναι τα λεγόμενα “κόμματα κράτους”.
Έτσι σύμφωνα με έναν άλλο θεωρητικό των κομμάτων, τη μετεξέλιξη της μορφής του κόμματος από το μαζικό στο πολυσυλλεκτικό, ακολούθησε ο μετασχηματισμός του σε αυτό που ονομάστηκε cartel party – δηλαδή ένα αυτό-αναφερόμενο κόμμα, αποξενωμένο από τις κοινωνικές του αναφορές, που κάνει πολιτική για τον εαυτό του απολαμβάνοντας τα προνόμια της θεσμοποίησής του στον κρατικό μηχανισμό.
Πλέον χαρακτηριστική περίπτωση κομμάτων cartel αποτελούν τα ελληνικά. Τόσο χαρακτηριστική που καθιστά τη συζήτηση για το κόμμα δικτύου (network party) και το ανοιχτό κόμμα (open party) κενή περιεχομένου.
Σχετικά links: Πολιτικά κόμματα, Πολιτικά κόμματα II, Πολιτικά κόμματα III
Posted by: Evangelos on: February 20, 2008
Συνεχίζοντας τα σχόλια για το επίμαχο θέμα των πολιτικών κομμάτων, θα πρέπει να γίνει ειδική μνεία στον περίφημο “σιδηρούν νόμο της ολιγαρχίας”.
Ο Michels, λοιπόν, στην πρώτη, λεπτομερή κοινωνιολογική ανάλυση κομμάτων το 1911 ισχυρίζεται ότι οι δημοκρατικοί σκοποί που θέτουν οι μεγάλοι οργανισμοί – χρησιμοποιεί το παράδειγμα της ιταλικής και της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας – πρέπει κατ’ ανάγκη να έρχονται σε αντίθεση με το αυστηρά γραφειοκρατικό οικοδόμημα της εσωτερικής τους δομής.
Έτσι, ο “σιδηρούν νόμος της ολιγαρχίας” του Michels λέει ότι σε μεγάλους οργανισμούς προκύπτει μια βαθμιαία τάση ανεξαρτητοποίησης των ηγετών έναντι των καθοδηγουμένων που δεν μπορεί εκ των υστέρων να αντιστραφεί, οπότε και μεταβάλλεται η αντιπροσωπευτική λειτουργία των ηγετών σε μια επικυριαρχία των “εντολοδόχων πάνω στους εντολείς” – διότι τα μέλη ούτε έχουν πλέον προϋποθέσεις για έλεγχο αλλά και ούτε στην πλειοψηφία τους πλέον επιθυμούν να αλλάξουν κάτι.
Έτσι, το κόμμα παύει να είναι μια οργάνωση με στόχους συγκεκριμένους και γίνεται ένας απλός μηχανισμός για τη διατήρηση των προνομίων των ολίγων.
Αυτό όμως οδήγησε στην αντίληψη ότι η δημοκρατία είναι μια “μη πραγματοποίηση επιθυμία”, πράγμα που οδηγεί και νομοτελειακά στο πέρασμα προς το φασισμό – αλλά και στο περίφημο “όποιος μιλάει για οργάνωση, μιλάει για ολιγαρχία”.
Παρά τα ενδιαφέροντα ευρήματα της παραπάνω προσέγγισης, υπάρχουν συγκεκριμένα επιστημολογικά προβλήματα.
Πρώτον, ο νόμος του Michels παίρνει χαρακτήρα φυσικού νόμου αφού προβάλλεται ως μια “εμπειρική καθολική κανονικότητα”, ως αμετάβλητο χαρακτηριστικό ανθρώπου και οργάνωσης και δεύτερον, η ανάλυσή του ελέγχεται και για ψυχολογικό ντετερμινισμό λόγω της κληρονομικής ανικανότητας των μαζών να αυτοδιοικηθούν που παραπέμπει στις θεωρίες των ελίτ και κυρίως στην αδύνατη χομπσιανή ανθρώπινη φύση.
Εξάλλου, είναι γνωστό πως κάτω από την πίεση άλλων πολιτικών οργανώσεων (π.χ. τα κοινωνικά κινήματα) τα σοσιαλιστικά κόμματα υιοθέτησαν δομές που δεν εμποδίζουν τη συμμετοχή της βάσης, αλλά και τα συντηρητικά με τη σειρά τους λόγω της επιρροής των σοσιαλιστικών εγκατέλειψαν την αυστηρή δομή του κόμματος προυχόντων (κόμμα στελεχών) και στράφηκαν σε μια πιο μαζική (κόμμα μαζών) τομεακή οργάνωση.
Η δε ελληνική περίπτωση με τις κομματικές τοπικές οργανώσεις της δεκαετίας του 80 αποτελεί προέκταση της λογικής της αλληλεπίδρασης των κομμάτων αναφορικά με τα οργανωτικά τους χαρακτηριστικά.
Βεβαίως, μέσα στο κόμμα υπάρχει συνήθως ο λεγόμενος “δημοκρατικός συγκεντρωτισμός”, όσον αφορά την αντιπαράθεση απόψεων στο εσωτερικό του κόμματος, που οδηγεί και στην κατανομή της εξουσίας – δηλαδή όλοι να λέμε την άποψή μας, αλλά η γραμμή της πολιτικής μας και του κόμματός μας χαράζεται από τον πρόεδρο τελικά.
Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να κάνουμε αντιστοιχία μεταξύ των διακηρύξεων και της οργάνωσης των κομμάτων – δηλαδή της αντίφασης από τη μια τα κόμματα να μιλούν για ισότητα και από την άλλη να είναι οργανωμένα προς μια άλλη κατεύθυνση.
Στα κομμουνιστικά κόμματα π.χ., λόγω της αυστηρής οργανωτικής τους συγκρότησης, παρουσιάζεται το φαινόμενο της αδράνειας, διότι εν ονόματι της δημοκρατικότητας δημιουργούνται άλλα προβλήματα.
Η αδράνεια πάντως παρουσιάζεται γενικότερα σε όλα τα κόμματα γιατί, εκτός των άλλων, η οργάνωση ενός κόμματος είναι συνδεδεμένη με τον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας και τη σχέση κόμματος και κοινωνίας, οπότε και οι διαιρετικές τομές της κοινωνίας εγγράφονται στο πλαίσιο του κόμματος.
Σχετικά links: Πολιτικά κόμματα, Πολιτικά κόμματα II, Πολιτικά κόμματα IV
Posted by: Evangelos on: February 16, 2008
Σε συνέχεια του προηγούμενου post για τα πολιτικά κόμματα, θα πρέπει να γίνουν κάποια γενικότερα σχόλια για την σχέση κομμάτων και κοινωνίας.
Οι βασικοί, λοιπόν, παράμετροι των κομμάτων είναι οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί και το νομικο-ηθικό (αξιακό) πλαίσιο μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα η πολιτική διαδικασία.
Η καταμέτρηση, οπότε, της σχέσης των κομμάτων με βάση την ψήφο είναι περιοριστική, διότι μπορεί να αντανακλά τον εκλογικό συσχετισμό δυνάμεων όχι όμως, πάντοτε, και τον κοινωνικό – π.χ. η αριστερά στην ελληνική κοινωνία.
Έτσι, έχουμε τρεις βασικές προσεγγίσεις για την σχέση μεταξύ κομμάτων και κοινωνίας, οι οποίες όμως είναι περιοριστικές κυρίως λόγω της επικράτησης του κοινωνικού φαινομένου της εξατομίκευσης που θέτει υπό αμφισβήτηση, εκτός των άλλων, την αρχή που θέλει η ύπαρξη της πολιτικής δράσης να έχει ως προϋπόθεση την παρουσία υποχρεωτικών συλλογικών πεποιθήσεων.
Πρώτη, η αντιμετώπιση με βάση την αναγωγή ή όχι ενός κόμματος σε μια κοινωνική τάξη. Τα κόμματα όμως έχουν μια σχετική αυτονομία απέναντι στις κοινωνικές τάξεις:
- επειδή συναντάμε διάφορα κοινωνικά στρώματα εντός των τάξεων,
- επειδή η αδράνεια των παλιών τάξεων και η δημιουργία νέων δεν επιτρέπει την πλήρη αντιστοιχία κόμματος και τάξεων,
- επειδή το κόμμα πρέπει να έχει μια απόσταση από την τάξη για να μπορεί να αποδομεί τα συμφέροντα των άλλων τάξεων,
- λόγω της ύπαρξης επιλογών αλλά και στρατηγικών των κοινωνικών τάξεων,
- λόγω της συνολικής αναδιάταξης της κοινωνικής διαστρωμάτωσης – δηλαδή της αποδυνάμωσης των ταξικών διακρίσεων και την άνοδο της σύγχρονης αστικής τάξης.
Η προσέγγιση βέβαια αυτή δεν λαμβάνει υπόψη τις πολιτικές του κόμματος που το φέρνουν πιο κοντά με την εκάστοτε τάξη – παρά ταύτα η ταξική συμμετοχή δεν είναι από μόνη της αρκετή για να χρησιμοποιηθεί ως χαρακτηρισμός για ένα κόμμα.
Χρειάζεται να μελετηθεί και η οργανωτική αποτελεσματικότητα του κόμματος απέναντι στις καπιταλιστικές δομές και σχέσεις και η αποδοτικότητα του στα κοινωνικά συμφέροντα που “εκπροσωπεί” σε σχέση με το κυρίαρχο σύστημα.
Δεύτερη, η προσέγγιση της “μεσητικής σχέσης”, δηλαδή ότι τα κόμματα συναρθρώνουν, εκφράζουν και διαμεσολαβούν τα συμφέροντα της κοινωνίας ως “ιμάντας μεταφοράς αιτημάτων” – μια προσέγγιση που επικεντρώνει στις λειτουργίες των κομμάτων και στον μετασχηματισμό τους σε πολυσυλλεκτικά.
Τρίτη, η προσέγγιση που δανείζεται τις μεθοδολογικές παραμέτρους του homo economicus και στηρίζεται στις “οικονομικές θεωρίες της δημοκρατίας”, όπου γίνεται προσπάθεια να εφαρμοστούν μικροοικονομικά μοντέλα στα κόμματα και στη δόμηση της ψήφου.
Εδώ τα άτομα είναι ένλογα – και συνάμα ικανά – να αποφασίζουν ορθολογικά με βάση το απόλυτο συμφέρον τους ποιο κόμμα τα μπορεί να τα εκπροσωπεί επαρκώς.
Όμως αφενός τα συμφέροντα στην πολιτική δεν είναι θέματα ατομικής επιλογής, αφετέρου αυτή η προσέγγιση δεν εξηγεί και την εμμονή των κομμάτων σε θέσεις παρά το πολιτικό κόστος και το γεγονός ότι το κόμμα συνδιαμορφώνεται από τον κομματικό και πολιτικό ανταγωνισμό.
Και όλα αυτά χωρίς να ξεχνάμε το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης που μειώνει το “πολιτικό ρεπερτόριο” των κομμάτων, δηλαδή τις επιλογές τους – διότι το πεδίο δράσης και παρέμβασής τους πλέον δεν είναι μόνον το έθνος-κράτος αλλά κάτι μεγαλύτερο, ειδικότερα στο πλαίσιο των υπερεθνικών θεσμών.
Το γεγονός όμως ότι τα κόμματα αναδείχθηκαν μέσα στο έθνος-κράτος της νεωτερικότητας έχει δώσει ορισμένες προδιαγραφές, οπότε και τα κόμματα δεν μπορούν να προσαρμοστούν απόλυτα στο νέο διεθνοποιημένο περιβάλλον – πράγμα που το διαπιστώνουμε συνεχώς.
Σχετικά links: Πολιτικά κόμματα, Πολιτικά κόμματα III, Πολιτικά κόμματα IV
Posted by: Evangelos on: February 12, 2008
Το άνοιγμα της δημόσιας συζήτησης περί του τέλους του δικομματισμού και οι εξελίξεις στο κομματικό σύστημα επιβάλλουν να γίνουν κάποια γενικότερα σχόλια για τα πολιτικά κόμματα.
Και αυτό διότι συχνά λησμονούμε βασικά χαρακτηριστικά των φαινομένων για τα οποία συζητάμε με αποτέλεσμα να ολισθαίνουμε εύκολα σε απλοποιήσεις και γενικεύσεις.
Σ’ αυτό το πλαίσιο λοιπόν παραθέτονται ενδεικτικά ορισμένες από τις βασικές λειτουργίες των πολιτικών κομμάτων:
- Η εναρμόνιση (δηλαδή συνάθροιση και σύνθεση) κοινωνικών συμφερόντων, αιτημάτων και προτάσεων τα οποία ιεραρχούν και αρθρώνουν σε ένα κοινό πολιτικό λόγο, χαράζοντας έτσι την πολιτική και τη στρατηγική τους.
- Η συμβολή στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και της έκφρασης της λαϊκής βούλησης. Δίνουν δηλαδή ένα πλαίσιο ανάλυσης των φαινομένων, ένα θεωρητικό υπόβαθρο στον πολίτη για την κατανόηση των πραγμάτων – και έτσι δομούν τη ψήφο.
- Η επιλογή των υποψηφίων τους (δηλαδή η πολιτική στρατολόγηση), η οποία γίνεται είτε με συγκεντρωτικό τρόπο στα κόμματα στελεχών είτε μέσα από συγκεκριμένες διαδικασίες στα κόμματα μαζών. Οι δε παράγοντες με τους οποίους επιλέγουν τα κόμματα τους υποψηφίους τους έχουν να κάνουν με την παράδοση της κοινωνίας, την δράση των μέσων μαζικής ενημέρωσης, τις γενικότερες πολιτικές συνθήκες, την κυρίαρχη κουλτούρα και την πολιτική στρατηγική τους.
- Η πλαισίωση των βουλευτών τους. Τα κόμματα είναι ένας βασικός δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα στους πολίτες και τους βουλευτές, των οποίων τις αποφάσεις που παίρνουν στους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς υπερασπίζουν.
- Η παραποιημένη και στρεβλή οργάνωση της διεκδίκησης των συμφερόντων των άλλων κοινωνικών τάξεων και πολιτικών κομμάτων, επειδή καμία τάξη ή πολιτικό κόμμα δεν έχει την απόλυτη αριθμητική δύναμη έτσι ώστε να εξασφαλιστούν τα δικά του συμφέροντα και η αναπαραγωγή της τάξης που εκπροσωπεί πρωτογενώς.
- Η συνειδητή στόχευση στην κατάκτηση και διαχείριση της εξουσίας με βάση την ολική κοσμοθεωρία που έχουν για την κοινωνία – όσο και αν το αρνούνται αυτό τα πολιτικά κόμματα.
Σχετικά links: Πολιτικά κόμματα II, Πολιτικά κόμματα III, Πολιτικά κόμματα IV
Posted by: Evangelos on: February 1, 2008
Η ανάγνωση μιας σειράς post για το θάνατο του Αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου και η επαφή με αυτό που οι θεωρητικοί του διαδικτύου αποκαλούν “γλώσσα του μίσους”, με ώθησε να παραθέσω κάποιες σχετικές σκέψεις πριν τα post για τα πολιτικά κόμματα τα οποία έχω προαναγγείλει.
Οι σκέψεις μου περιστρέφονται γύρω από την ιδεολογική αποτίμηση αυτών που ειπώθηκαν τις τελευταίες μέρες.
Προτού γίνει αυτό όμως, θα ήθελα να μεταφέρω, συνοπτικά και ελλειπτικά, τις βασικές συνιστώσες της θεωρητικής προσέγγισης που υιοθετώ αναφορικά με την ιδεολογική κατηγοριοποίηση λόγων και συμπεριφορών.
Σύμφωνα με αυτή, η διάκριση αριστεράς και δεξιάς κατά τον 19ο έχει να κάνει με το αν υιοθετούνται ή όχι το σύνολο των αρχών της Γαλλικής Επανάστασης – ελευθερία και ισότητα.
Κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα επικράτησε ο διαχωρισμός σε σχέση με τις δυο επικρατούσες κοσμοθεωρίες – τον φιλελευθερισμό και τον μαρξισμό – και τις αποτυπώσεις τους στο οικονομικό επίπεδο. Η έννοια της ισότητας πήρε κεντρική θέση στην ιδεολογική νοηματοδότηση της αριστεράς, ενώ η ελευθερία αναγνωρίστηκε ως η βασικότερη αξία στον χώρο της δεξιάς.
Η επικράτηση όμως του μοντέλου της αστικής, κοινοβουλευτικής δημοκρατίας δυτικού τύπου με βασικό άξονα την ελευθερία της αγοράς, οδήγησε αναπόφευκτα και στην ανάγκη επαναπροσδιορισμού της διάκρισης αριστεράς και δεξιάς.
Η σύγχρονη λοιπόν εννοιολόγηση των όρων αυτών σχετίζεται, εκτός των άλλων, με δύο βασικές κλίμακες – το κατά πόσο δηλαδή ο λόγος και η συμπεριφορά ενός εκάστου έχει ως επίκεντρο τον άνθρωπο και πόσο κριτικά στέκεται απέναντι στην εξουσία.
Καταλαβαίνω πόσο πολλή συζήτηση σηκώνει η παραπάνω προσέγγιση.
Εκεί όμως που θέλω να καταλήξω είναι ότι σύμφωνα με τα παραπάνω, η κριτική απέναντι στην εξουσία, στους θεσμούς της (όπως π.χ. αυτός της εκκλησίας) και στους εκάστοτε εκπροσώπους της (όπως π.χ. ο αποθανών Αρχιεπίσκοπος) δε συνιστά από μόνη της εκφορά αριστερού λόγου, όταν μάλιστα συνοδεύεται από απαξίωση της ανθρώπινης φύσης.
Είναι, με άλλα λόγια, η ανάγκη για καθολική υιοθέτηση των ουμανιστικών προταγμάτων που δεν επιτρέπει σε όσους αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί, ούτε συμψηφισμούς, ούτε ανέξοδες ακρότητες.
Σε αυτούς λοιπόν που έχουν την ψευδαίσθηση ότι αναβαπτίζονται στην κολυμβήθρα της αριστεράς με το να επιδίδονται σε λεκτικούς ακροβατισμούς γύρω από τον Χριστόδουλο, φαίνεται ότι απάντησε το πιο συμβατικό κομμάτι της αριστεράς στη χώρα μας – οι επικεφαλείς δηλαδή των δύο κοινοβουλευτικών αριστερών κομματικών σχηματισμών που παρευρέθησαν στην ακολουθία.
Μια απάντηση που αναδείχθηκε γλαφυρά και από την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση στο Athens Indymedia που έγινε με αφορμή την ακόλουθη φράση μιας ανακοίνωσης που αναρτήθηκε εκεί: [...] Πολύ περισσότερο δεν έχει χώρο ανάμεσα σε αναρχικούς και αγωνιστές το μίσος, η κακιά και ο μισανθρωπισμός [...].
Από την μεριά μου – και λόγω της εξαιρετικά χαμηλής νομιμοποίησής μου να πράξω κάτι αντίστοιχο – τους παραθέτω απλώς τα λόγια ενός από τους αγαπημένους μου συγγραφείς τον τελευταίο καιρό: [...] Ο κατατρεγμός δεν εξανθρωπίζει ποτέ τα θύματα. Να είναι κανείς θύμα [του όποιου Χριστόδουλου] δεν αποτελεί εγγύηση μιας θέσης στο ηθικό πάνθεον [...].
Σχετικά links: Αναστοχαστικότητα και μεταθανάτιο άγχος, Αναστοχαστικότητα και κοινωνική ευθύνη
Posted by: Evangelos on: January 20, 2008
Αντιγράφοντας για μια ακόμη φορά τον συγγραφέα του αγαπημένου μου blog και αιτία δημιουργίας αυτού του ιστολογίου, και πριν από τη συγγραφή μιας σειράς posts για τα κόμματα – που ευελπιστώ να είναι διαφωτιστική για αρκετούς – αποφάσισα να καταχωρήσω μια φωτογραφία στο About me.
Αναφορικά με το κριτήριο επιλογής της φωτογραφίας, μου ήρθαν στο νου κάποιες βασικές αρχές της σημειωτικής. Το γεγονός δηλαδή ότι από τη μεριά της πρόσληψης ενός μηνύματος κυριαρχούν στο συμπαραδηλωτικό επίπεδο οι πολλοί τρόποι ανάγνωσης μιας εικόνας.
Για να διευκρινιστεί αυτό κάπως, η έννοια της καταδήλωσης αναφέρεται στο κυριολεκτικό νόημα του σημείου, σε ό,τι δηλαδή είναι αντικειμενικά παρόν και αναγνωρίζεται ή εντοπίζεται εύκολα.
Αντίστοιχα, η συμπαραδήλωση είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται για να αναφερθούμε σε σημασίες οι οποίες βρίσκονται πέρα από την καταδήλωση αλλά εξαρτώνται από αυτήν.
Εννοείται ότι τις συμπαραδηλωτικές αναγνώσεις τις κάνει ο αναγνώστης του μηνύματος υπερβαίνοντας την κυριολεκτική σημασία του σημείου, και τις θέτει σε λειτουργία μέσω συμβάσεων ή κωδίκων.
Η, από την μεριά μου λοιπόν, προτιμητέα θέση ανάγνωσης είναι ότι απεικονίζεται μια στιγμή αναστοχαστικότητας – μια ερμηνεία που θα δημιουργούσε εξάλλου και την αυτονόητη σημειολογική αναγωγή στο όνομα του blog.
Ενδεχομένως, θα επιθυμούσα και το χαμήλωμα του βλέμματος να εκληφθεί ως δείγμα σεβασμού απέναντι στους συγγραφείς των οποίων τα ονόματα δεν παραπέμπω ώστε να γίνει πιο φιλικό αυτό το blog στους διαδικτυακούς αναγνώστες του.
Σε οποιαδήποτε περίπτωση, και οι συμπαραδηλωτικές αναγνώσεις μιας εικόνας και οι αναμνήσεις ή τα συναισθήματα που μπορεί να προκαλέσει η θέαση μιας φωτογραφίας μπορούν να αποτελέσουν μοναδικές αφορμές για αναστοχασμό.
Σχετικά links: Αναστοχαστικότητα και κινηματογράφος, Αναστοχαστικότητα και πόλη
Posted by: Evangelos on: January 17, 2008
Επιστρέφοντας στην Αθήνα, μετά τις εξουθενωτικές διακοπές στην Θεσσαλονίκη – τόσο εξουθενωτικές που μου πήρε ένα μήνα για να γράψω το καινούριο post – μου ήρθαν στο νου κάποιες σκέψεις της πιο γνωστής ίσως ανά τον κόσμο συγγραφέα των πόλεων.
Σύμφωνα με την τελευταία, η ζωή στην πόλη – κυρίως στις μεγαλουπόλεις των δυτικών κοινωνιών – χαρακτηρίζεται, εκτός των άλλων, από τους διαρκώς νεοφερμένους που προσελκύει.
Αυτοί με τη σειρά τους, φέρνουν μαζί τους νέους τρόπους θεώρησης των πραγμάτων και ενδεχομένως νέους τρόπους επίλυσης παλιών προβλημάτων. Είναι “γεννημένοι και ορκισμένοι εχθροί της νωθρότητας και της αυτοϊκανοποίησης”.
Αναρωτήθηκα, αν το ίδιο συμβαίνει ή συνέβη και με την δική μου περίπτωση. Εκτός από πολυποίκιλες εμπειρίες, τι παίρνω μαζί μου κάθε φορά που γυρίζω από τον τόπο στον οποίο μεγάλωσα; Ή από μια άλλη σκοπιά, τι φέρνω στον τόπο που τώρα ζω;
Δεν απάντησα. Δεν είχα όρεξη να κάνω ένα τέτοιο απολογισμό. Βαριόμουν πραγματικά να σκεφτώ. Άλλωστε, η αναστοχαστικότητα έχει ενίοτε τον χαρακτήρα μιας “ψυχαναγκαστικής περισυλλογής”.
Καλή χρονιά σε όλους.
Σχετικά links: Αναστοχαστικότητα και κινηματογράφος, Αναστοχαστικότητα και φωτογραφία
Posted by: Evangelos on: December 18, 2007
Προσπαθώντας να γράψω το τελευταίο post αυτού του έτους, πέρασαν από το μυαλό μου εκείνες οι σκέψεις που γίνονται συνήθως λίγα λεπτά πριν ή μετά την έναρξη του καινούριου χρόνου.
Τι έγινε δηλαδή τον προηγούμενο χρόνο, ποια τα αποτελέσματα αυτών, πόσο με επηρέασαν, τι θα πρέπει να αλλάξω τον επόμενο χρόνο, αλλά και τι να κρατήσω από τον προηγούμενο.
Περιγράφω δηλαδή μια αναστοχαστική διαδικασία στην οποία βρήκα πολλά κοινά σημεία με αυτή της παρακολούθησης μιας ταινίας στον κινηματογράφο, και αφορά τις σκέψεις που κάνεις κατά την διάρκεια ή με το τέλος του έργου.
Ασχέτως αν έχεις προβάλλει τον εαυτό σου σε κάποιον ήρωα της ταινίας, ασχέτως αν υπάρχουν καταστάσεις για να ταυτιστείς, ασχέτως αν το έργο διατρέχεται από αποτυπώσεις του κώδικα αξιών σου, νιώθεις να πλημμυρίζεσαι από έντονα συναισθήματα ανάγκης για επαναπροσδιορισμό της αυτοπραγμάτωσής σου κατά ένα τρόπο πιο αυθεντικό, κοινωνικά αδιαμεσολάβητο ίσως.
Οι σκέψεις αυτές κρατούν λίγο. Συνοδεύονται δε από ακόμα λιγότερες αποφάσεις και πράξεις – όπως συνήθως οι περισσότερες προσπάθειες αναστοχαστικότητας στον σύγχρονο κόσμο.
Μετά έρχεται η δεδομένη κοινωνική πραγματικότητα και οι εκάστοτε σχέσεις σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο να μας επαναφέρουν στην “αλλοτριωμένα κατασκευασμένη βιογραφία” μας.
Πέρα από καλές γιορτές, εύχομαι για τον καινούριο χρόνο σε όλο τον κόσμο ειρήνη.
Σχετικά links: Αναστοχαστικότητα και πόλη, Αναστοχαστικότητα και φωτογραφία
Posted by: Evangelos on: December 14, 2007
Τελειώνοντας αυτή τη σειρά των post για το κράτος πρόνοιας θα πρέπει να παρατεθούν και κάποιες όψεις των κριτικών για το παρεμβατικό κράτος.
Η αμφισβήτηση λοιπόν του διευρυμένου κράτους είναι εν πολλοίς κοινή για φιλελεύθερους και συντηρητικούς.
Η νεοφιλελεύθερη σκέψη έχει περισσότερα επιχειρήματα στο οικονομικό επίπεδο – το πρόβλημα δηλαδή είναι στην παρέμβαση του κράτους που αλλοιώνει και νοθεύει την αγορά και δεν επέρχεται η ισορροπία.
Να διευκρινιστεί μάλιστα ότι οι φιλελεύθεροι λένε ότι ένα μίνιμουμ κράτος είναι ανεκτό ενώ οι νεοφιλελεύθεροι λένε να αποκαταστήσουμε πλήρως την ελευθερία της αγοράς – στη νεοφιλελεύθερη σκέψη πάντως υπάρχει μια αντίφαση ως προς την παρέμβαση του κράτους σε ειδικές περιπτώσεις (π.χ. περιβάλλον).
Στο δε ηθικό επίπεδο η παρέμβαση του κράτους εμποδίζει ηθικά την ελευθερία της οικονομικής δράσης και άρα την ελευθερία του ατόμου.
Η νεοσυντηρητική σκέψη από την άλλη δέχεται μεν την αναγκαιότητα της ελεύθερης αγοράς αλλά πάντα θεωρούσε απαραίτητο ένα μίνιμουμ κρατικής παρέμβασης γι’ αυτό και εστιάζει το πρόβλημα στο πολιτικό επίπεδο και στον τρόπο που λειτουργεί η πολιτική. Η κριτική δηλαδή γίνεται στο σύστημα διακυβέρνησης και στον τρόπο που συγκροτούνται οι βασικές κοινωνικές αρχές.
Η δε κριτική κατά της εξάπλωσης του κράτους στο ηθικό επίπεδο είναι ότι πολιτικοποιεί την οικονομία γιατί επιβάλλεται η πολιτική θέληση χειραγωγώντας την οικονομία, πράγμα που δεν είναι ηθικά σωστό.
Επιπλέον, θεωρείται ότι η παροχή και συγκρότηση κοινωνικών δικαιωμάτων είναι μια ασθένεια που επαναλαμβάνεται. Έτσι από τη μια ισχυροποιείται αυτός που τα απολαμβάνει, από την άλλη τα διεκδικούν όλοι οι υπόλοιποι.
Ειδικότερες, τέλος, μορφές προβλημάτων και κριτικής στο κοινωνικό κράτος που ανακύπτουν σε συνθήκες οικονομικής στασιμότητας, είναι:
– Ότι το κράτος πρόνοιας είναι αναποτελεσματικό εν τέλει γιατί δεν πετυχαίνει. Και αυτό επειδή μεγάλο ποσό των χρημάτων πάει στη γραφειοκρατία και επειδή επεκτείνονται οι ανισότητες διότι ορισμένες κοινωνικές ομάδες αποκλείονται από τις κοινωνικές παροχές – γι’ αυτό και οι φιλελεύθεροι λένε εδώ όλα αυτά τα χρήματα να πάνε για επενδύσεις και για νέες θέσεις εργασίας.
– Ότι αυτοί που μένουν “απ’ έξω” οδηγούνται στην εγκληματικότητα, ενώ παράλληλα αυτοί που κυβερνούν με κοινωνικές παροχές δεν έχουν ισχυρό κράτος καταστολής για να αντιμετωπίσουν την εγκληματικότητα.
– Ότι εκμαυλίζει τους εργαζόμενους. Η ηθική επίπτωση δηλαδή είναι ότι ό,τι και να γίνει οι εργαζόμενοι θα πάρουν κάποια χρήματα και έτσι οδηγούνται σε ένα εφησυχασμό. Στην κριτική αυτή συμφωνούν φιλελεύθεροι, νεοφιλελεύθεροι, συντηρητικοί και νεοσυντηρητικοί στο πλαίσιο ότι οι άνθρωποι πρέπει από μόνοι τους να δρουν μέσα στην κοινωνία. Το επιχείρημα όμως αυτό πάει πίσω ουσιαστικά στην Αγγλία του 19ου αιώνα, όπου τότε το επικαλούνταν για να εξασφαλισθεί η αναπαραγωγή της εργατικής τάξης.
– Ο συντεχνιασμός, δηλαδή η οργάνωση των συνδικάτων μόνο για να διαχειριστούν τα προνόμια από το κράτος πρόνοιας. Βέβαια, στο κλασσικό φιλελεύθερο μοντέλο όπου ο ανταγωνισμός των κοινωνικών συμφερόντων είναι ελεύθερος, η ιεραρχία αλλάζει. Όταν όμως παρεμβαίνει το κράτος, ισχυροποιεί ορισμένες κατηγορίες που συναλλάσσονται με το κράτος και έτσι τα συμφέροντα συγκροτούνται σε ιεραρχίες και το συντεχνιακό σύστημα και τα κατεστημένα συμφέροντα ενισχύονται. Κλασσική περίπτωση εδώ η ελληνική με τα όποια, γνωστά, αποτελέσματα.
Σχετικά links: Κράτος πρόνοιας, Κράτος πρόνοιας ΙΙ, Κράτος πρόνοιας ΙΙΙ
Posted by: Evangelos on: December 11, 2007
Σε συνέχεια των προηγούμενων post, θα πρέπει να γίνουν ορισμένες διευκρινήσεις σχετικά με το αν η κρίση του κράτους πρόνοιας είναι απλώς ένα φαινόμενο των τελευταίων ετών.
Ο πρώτος κλονισμός λοιπόν για το κράτος πρόνοιας έρχεται στη δεκαετία του 60 από το άνοιγμα των συνόρων – οπότε και σημειώνεται το τέλος του κρατικού παρεμβατισμού.
Αυτό προέκυψε από την απελευθέρωση των διεθνών ανταλλαγών και από την λεγόμενη ευρωπαϊκή οικοδόμηση, διότι το κράτος πρόνοιας δομήθηκε στα πλαίσια μιας κλειστής οικονομίας – της οικονομίας δηλαδή του έθνους-κράτους.
Με τη δημοσιονομική κρίση της δεκαετίας του 70, το κράτος πρόνοιας οδηγείται στον προσδιορισμό των ορίων της κοινωνικής προστασίας λόγω της στέρησης επαρκών μέσων δράσης.
Οι δε ενεργειακές κρίσεις του 73 και του 79 προκάλεσαν μια γενικότερη οικονομική ύφεση λόγω του στασιμοπληθωρισμού με συνέπειες για το κράτος πρόνοιας. Και αυτό γιατί όσο μεγαλύτερη παραγωγή τόσο και περισσότεροι φόροι, και άρα πόροι για το κόστος συντήρησης του κράτους πρόνοιας που είναι πάρα πολύ μεγάλο λόγω της γραφειοκρατίας.
Έτσι προέκυψε η αμφισβήτηση σταδιακά, άρχιζαν να αμβλύνονται σιγά σιγά οι προσδοκίες από τις κεϋνσιανές πολιτικές με συνακόλουθο ένα έλλειμμα εμπιστοσύνης συνολικά για το λεγόμενο κοινωνικό κράτος.
Η κριτική όμως για το αναποτελεσματικό κράτος δεν ήταν μια εποικοδομητική κριτική που απέβλεπε στη βελτίωση των μεθόδων, αλλά μια “αρνητική” κριτική που μόνο αμφισβητούσε και μέμφονταν το παρεμβατικό κράτος για δημιουργία τεράστιας και δυσκίνητης γραφειοκρατίας.
Σ’ αυτή την κρίση εμπιστοσύνης προστέθηκε και η κριτική περί καταπιεστικού κράτους που με περιορισμούς μειώνει την ατομική ελευθερία. Έτσι, η δεκαετία του 70 σημαδεύτηκε στις δυτικές χώρες από μια αντίδραση του κοινωνικού στην κρατική επιλογή ως “ξύπνημα της ιδιωτικής κοινωνίας”.
Δεν ξεριζώθηκε όμως η προηγούμενη θετική εικόνα παρόλη την σφοδρή κριτική στον περίφημο “σοσιαλδημοκρατικό συμβιβασμό/συμβόλαιο” – το πάντρεμα δηλαδή του παρεμβατικού κράτους με την ελεύθερη οικονομία.
Σχετικά links: Κράτος πρόνοιας, Κράτος πρόνοιας ΙΙ, Κράτος πρόνοιας IV
Posted by: Evangelos on: December 8, 2007
Συνεχίζοντας τα σχόλια για το επίμαχο θέμα του κράτους πρόνοιας, νομίζω πως πρέπει να γίνει μια ιδιαίτερη αναφορά στις ερμηνευτικές προσεγγίσεις του.
Ως προς την ερμηνεία λοιπόν, και για τους φιλελεύθερους και για τους μαρξιστές οικονομολόγους, η λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής απαιτεί να αναληφθούν ορισμένες “εκτός αγοράς” δραστηριότητες από το κράτος.
Έτσι, για τη νεοκλασική ανάλυση η δημόσια διαχείριση προκαλείται για τα αδιαίρετα και συλλογικά αγαθά που το κόστος τους δεν μπορεί να εξατομικευθεί (π.χ. περιβάλλον) και για τη φυσική διαμόρφωση μονοπωλίων (π.χ. χωρισμός της Microsoft στις Η.Π.Α.).
Η δε μαρξιστική ανάλυση ερμηνεύει την επέκταση του δημόσιου τομέα με τις δυσκολίες αξιοποίησης των κεφαλαίων. Το κράτος δηλαδή παρεμβαίνοντας δίνει τη δυνατότητα στα ιδιωτικά κεφάλαια να επενδύσουν εκεί που υπάρχει κέρδος αφού καλύπτει αυτό τη ζώνη των μη αποδοτικών δραστηριοτήτων – ενώ επίσης θεωρείται ότι η λειτουργία του κράτους πρόνοιας αποτελεί ένα κομμάτι των αντιφάσεων του καπιταλισμού.
Άλλοι διανοητές βλέπουν περισσότερο στο κράτος πρόνοιας ένα μέσο αντιστάθμισης του ελλείμματος νομιμοποίησης που πηγάζει από την διαδικασία συσσώρευσης και τη λειτουργία του καπιταλισμού.
Από μια άλλη σκοπιά, θεωρητικοί που ανήκουν στη σχολή της Δημόσιας Επιλογής (εδώ έχουμε εφαρμογή εργαλείων της νεοκλασσικής οικονομικής θεωρίας στη μελέτη των συλλογικών ή των εκτός αγοράς αποφάσεων) μιλούν για κοινωνική ζήτηση του διευρυμένου κράτους που τείνει να ικανοποιηθεί λόγω των πιέσεων της «πολιτικής αγοράς» αλλά και της δεδομένης πολιτικής προσφοράς.
Από τη μια δηλαδή έχουμε τον homo economicus, έναν άνθρωπο που λειτουργεί ωφελιμιστικά για να αυξήσει το κέρδος του και άρα συνεχώς είτε αρθρώνει αιτήματα απέναντι στο κράτος είτε ζητά την επέκταση της παρέμβασής του και σε άλλους τομείς, και από την άλλη οι πολιτικοί που είτε αναγκαστικά είτε από συμφέρον υπόσχονται και προχωρούν, αν όχι στη διεύρυνση του κρατικού τομέα, τουλάχιστον στο μη περιορισμό του.
Για το γνωστό συντηρητικό στοχαστή που πρεσβεύει τα παραπάνω, έτσι εξαπλώνεται το κράτος, επέρχεται ένας Λεβιάθαν και καταλήγουμε σε μια “συνταγματική αναρχία”.
Σχετικά links: Κράτος πρόνοιας, Κράτος πρόνοιας ΙΙΙ, Κράτος πρόνοιας IV
Posted by: Evangelos on: December 4, 2007
Με αφορμή τη “συζήτηση” για το ασφαλιστικό, θα ήταν χρήσιμο νομίζω να γίνουν κάποιες γενικότερες αναφορές για το λεγόμενο κράτος πρόνοιας
Οι δύο βασικές εννοιολογικές σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο που οριοθετούν τη λειτουργία του κράτους πρόνοιας είναι η κεϋνσιανού τύπου οικονομική πολιτική (ότι δηλαδή το κράτος παρεμβαίνει και παίζει κάποιο ρόλο), μαζί μ’ ένα είδος νεοκορπορατισμού – ότι δηλαδή η επίλυση των διαφορών των ομάδων συμφερόντων γίνεται σε μια διαδικασία διευθετήσεως με το κράτος στο ρόλο του διαιτητή και διαμεσολαβητή.
Σύμφωνα με θεωρητικούς, το κράτος πρόνοιας συντελεί μαζί με την εναλλαγή πολυσυλλεκτικών κομμάτων (με ρεαλιστικές προτάσεις και όχι έντονες ιδεολογικές διαφοροποιήσεις που απορροφούν την πολιτική συμμετοχή) στη συνέχιση της φιλελεύθερης δημοκρατίας.
Η δε αρχική επέκταση του παρεμβατικού κράτους εμφανίζεται ως το αποτέλεσμα μιας βαθιάς αλλαγής στην αντίληψη του κράτους. Το κράτος δηλαδή “μεταμορφώνεται” από υπέρτατο κριτή και κηδεμόνα σε διαιτητή και “πρόνοια” της κοινωνίας.
Τα ίδια δηλαδή στοιχεία που ήταν το δέκατο ένατο αιώνα περιορισμοί στην διεύρυνση του διοικητικού πεδίου γίνονται στον εικοστό αιώνα παράγοντες επιτάχυνσης. Οι τέσσερις λόγοι είναι:
- Οικονομικός, όπου η ανάπτυξη των διοικητικών παρεμβάσεων ήταν προϊόν ανάγκης που πραγματοποιήθηκε με εμπειρικό τρόπο για να μετριάσει τις πιο οδυνηρές διαταραχές τις οποίες προκαλούσε το πέρασμα από ένα σύστημα ανταγωνιστικό σε ένα καπιταλισμό μεγάλων μονάδων.
- Πολιτικός, που συνδέεται κυρίως με την άνοδο των πολιτικών δυνάμεων που πρόσκεινται στον σοσιαλισμό και εκφράζεται καταρχάς με την ανάπτυξη του συνδικαλισμού – βεβαίως, στην πορεία όλοι λίγο πολύ το υιοθέτησαν (π.χ. γκωλισμός).
- Ιδεολογικός, όπου το κράτος δεν γίνεται αντιληπτό πια ως μια απόμακρη εξουσία. Η λειτουργία του πλέον είναι να υπηρετεί τον πολίτη και την κοινωνία. Με τον κεϋνσανισμό, οικονομική παρέμβαση και κοινωνική αναδιανομή γίνονται άρρηκτα συνδεδεμένες έννοιες, ενώ με τη μορφή της δημόσιας υπηρεσίας η διοίκηση αρχίζει να απολαμβάνει μια νέα νομιμοποίηση ως προσιτή και ίση για όλους – με αποτέλεσμα βέβαια τη μυθολογία περί αυτής ως ένα επιπλέον κίνητρο για την εξάπλωσή της.
- Νομικός, όπου παρατηρείται μια κάμψη των τυπικών περιορισμών (οι νόμοι παρουσιάζονται περισσότερο ως εξουσιοδοτικά κείμενα και λιγότερο ως μηχανισμοί οριοθέτησης) και μια κάμψη των ουσιαστικών περιορισμών (η αρχή της ελευθερίας του εμπορίου και της βιομηχανίας υποχωρεί προ της επιταγής για ανάπτυξη που δικαιολογεί κάθε μέτρο ρυθμιστικής παρέμβασης).
Σχετικά links: Κράτος πρόνοιας ΙΙ, Κράτος πρόνοιας ΙΙΙ, Κράτος πρόνοιας IV
Posted by: Evangelos on: November 20, 2007
Η σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία έχει οδηγήσει σύμφωνα με ορισμένους στην κατασκευή μιας γενικευμένης ιεραρχημένης σηματοποίησης όλο και περισσότερων αγαθών, οπότε και ο πολίτης ορίζεται πλέον ως καταναλωτής.
Τα άτομα δηλαδή στην καταναλωτική κοινωνία απομακρύνονται από τις παραδοσιακές κοινοτικές αξίες και αναζητούν σε διαρκή βάση μια αυτοεπιβεβαίωση και μια αίσθηση αλληλεγγύης διαμέσου των μηχανισμών της αγοράς.
Εδώ ο τρόπος ζωής κατασκευάζεται από ένα σύστημα που παράγει μαζικά εικόνες οι οποίες μας λένε τι είμαστε με βάση τα αγαθά που έχουμε στην κατοχή μας. Στην καταναλωτική κοινωνία μας ενδιαφέρουν δηλαδή οι συμβολισμοί των απεικονίσεων σε σχέση με την πραγματικότητα και τι σχέση μπορεί να έχει αυτό με εμάς.
Οι δε θεωρητικοί της μαρξιστικής σκέψης είχαν επισημάνει αυτή την συνθήκη στην καπιταλιστική κοινωνία όταν αναφέρθηκαν στην ύπαρξη του φετιχισμού των εμπορευμάτων, ότι δηλαδή τα υλικά αγαθά επενδύονται με κοινωνικό νόημα και ισχύ έξω από την πραγματική τους αξία.
Από εδώ μπαίνει και μια κριτική περί υποταγής στους υπάρχοντες ή κατασκευάζοντες κανόνες και θεσμούς, διότι πραγματοποιείται έτσι μια αναοριοθέτηση του εαυτού με βάση τα σχήματα κατανάλωσης.
Μια κατάσταση που είναι απόρροια και της εμπορευματοποίησης των ΜΜΕ, που ως τάση απογειώνεται στην δεκαετία του 80 όταν οι διαφημιστικές πρακτικές και οι τεχνολογικές εξελίξεις συνενώθηκαν για να προβάλλουν μια νέα κοινωνική ψύχωση, ότι δηλαδή η ισχύς και το κύρος πρέπει να συνοδεύονται από την δύναμη της κατανάλωσης.
Σχετικά links: Διαφήμιση
Posted by: Evangelos on: October 19, 2007
Με αφορμή την άρνησή μου σε μια πρόσκληση να εγγραφώ ως διαδικτυακός φίλος στο facebook, παραθέτω έναν – ίσως τον κυρίαρχο στην διεθνή βιβλιογραφία – συλλογισμό για την διαδικτυακή επικοινωνία.
Η συζήτηση λοιπόν για το διαδικτυακή επικοινωνία σχετίστηκε σε πρώτη φάση με την ανασύσταση των κοινοτήτων στο διαδίκτυο (on-line communities) – οι Αμερικανοί διανοητές βέβαια ήδη από το 70 έλεγαν ότι δεν είναι απαραίτητη η γεωγραφική εντοπιότητα για την ύπαρξη μιας κοινότητας – και εν συνεχεία με άλλες πολυποίκιλες μορφές, από τα social networks μέχρι τα blogs.
Το σύνολο αυτών των εκφάνσεων της διαδικτυακής επικοινωνίας εδράζονται αφενός στην περίφημη “ανάγκη για επικοινωνία” – ως καταστατική συνθήκη του ανθρώπου – αφετέρου πάνω σε κάποιο φαντασιακό/συμβολικό “εμείς” – σε μια δηλαδή ταύτιση αλλά συγχρόνως και υπερ-διαφοροποίηση πάνω σε μετα-υλιστικές αξίες, την ανάγκη δηλαδή για αυτοέκφραση και αυτοπραγμάτωση.
Το βασικό ζητούμενο που προκύπτει στο σύνολο των περιπτώσεων, είναι πώς θα γίνει καταρχήν η διαχείριση της λεγόμενης “συναισθηματικής επένδυσης” στο διαδίκτυο. Οι προσδοκίες, δηλαδή, κάθε τύπου που δημιουργούνται μέσα από την διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος επικοινωνίας.
Εν συνεχεία – και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις – αναδεικνύεται και το ζήτημα ή μη του περάσματος από την on-line στην off-line επικοινωνία και δράση.
Βασικό θέμα πάντως στην διαδικτυακή επικοινωνία είναι ότι δεν υπάρχει, σε οποιαδήποτε περίπτωση, “σωματικότητα” και, κατά βάση, “συμπαρουσίαση” – διότι το διαδίκτυο με την παρούσα μορφή του τουλάχιστον παραμένει και βασίζεται σε κείμενα (text based).
Αποτελεί ερώτημα οπότε αν στις διαδικτυακές σχέσεις – από προσωπικές μέχρι κοινωνικές και πολιτικές – που δομούνται μέσω κάθε μορφής διαδικτυακής επικοινωνίας, υπάρχει “ενσυναίσθηση” (empathy) – δηλαδή η αίσθηση όχι μόνο να ζω ή να επικοινωνώ με κάποιον αλλά και να καταλαβαίνω/βιώνω ότι ζούμε ή επικοινωνούμε μαζί.
Με πιο ειδικούς όρους, η διαδραστικότητα (interactivity), ως μια τεχνική ιδιότητα του μέσου, επιτρέπει μεν την αλληλόδραση (interaction) στο επίπεδο της αμφίδρομης επικοινωνίας, αλλά δεν είναι δεδομένο ότι στο διαδίκτυο επιτυγχάνεται πάντα αυτό.
Το διαδίκτυο είναι ένα μέσο του οποίου η “γραμματική” – τα χαρακτηριστικά του δηλαδή – επιτρέπει την χαλαρότητα της ταυτότητας (μπορώ π.χ. να δηλώνω ό,τι θέλω), επιτρέπει την ψευδαίσθηση της συμμετοχής (η εκφορά π.χ. απόψεων καλλιεργεί μια εντύπωση ουσιαστικής δραστηριότητας) και δεν ευνοεί την ουσιαστική δέσμευση (ο εφήμερος π.χ. χαρακτήρας της συμμετοχής σε ένα social network).
Έτσι, η έλλειψη δέσμευσης και η μειωμένη ανάληψη ευθύνης – και κυρίως διακινδύνευσης – στο διαδίκτυο, συνιστά τελικά, σύμφωνα με έναν πασίγνωστο συγγραφέα, και να μην παίρνεις στα σοβαρά αυτό που κανείς.
Με πιο απλά λόγια, το διαδίκτυο δεν είναι απαγορευτικό για δεσμεύσεις αλλά εν τέλει τις υπονομεύει.
Και αυτό κυρίως λόγω της δυνατότητας να κατασκευάσω την ταυτότητά μου – το ποιος είμαι δηλαδή – ελεύθερα και χωρίς ευθύνη στο διαδίκτυο (όχι μόνο μέσα από παράθεση στοιχείων αλλά και μέσα από ανάρτηση θέσεων).
Η παραπάνω δυνατότητα είναι μεν το πιο δελεαστικό πράγμα στο διαδίκτυο, αλλά οι χρήστες του διαδικτύου, με βάση την λογική των on-line communities και των social networks, προσπαθούν ακόμη και στο ρευστό τοπίο του διαδικτύου να δημιουργήσουν ασφαλείς τόπους όπου προσδιορίζεται μια κάποια ταυτότητα – διότι η δήλωση κάποιας ταυτότητας σημαίνει και την απόκτηση κάποιας, έστω μικρής, ευθύνης.
Σχετικά links: Κοινωνικά δίκτυα
Posted by: Evangelos on: October 11, 2007
Λίγες σκέψεις με αφορμή το προσωπικό βίωμα του Αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου.
Πολλές φορές η φιλοσοφική σκέψη τοποθέτησε ως βασική συνιστώσα διαμόρφωσης των συνθηκών του βίου μας το περίφημο μεταθανάτιο άγχος. Μια εσωτερική ανησυχία που ξεφεύγει από τα στενά όρια του φόβου για απώλεια της φυσικής ζωής και επεκτείνεται σε μια γενικότερη αναζήτηση του ρόλου μας πάνω σε τούτο τον κόσμο.
Η συμβολή όμως διεπιστημονικά οριζόμενων προσεγγίσεων – με αφετηρία την κοινωνική θεωρία – κατέδειξε πως οι αιτιογόνες απαρχές του αναστοχασμού δεν περιορίζονται ούτε στις “μεγάλες αναζητήσεις” (ζωή, θάνατος, φύση κλπ.), ούτε στις “μεγάλες αφηγήσεις” (ολιστικές κοσμοθεωρίες, πολιτικές ουτοπίες κλπ.).
Καθοριστικό στοιχείο, απεναντίας, φαίνεται να αποτελεί ο τρόπος που δομείται ο τρόπος ζωής μας καθημερινά, ή αν προτιμάτε, ο τρόπος με τον οποίο “κατασκευάζουμε την βιογραφία μας” στο μικρο-επίπεδο των καθημερινών πρακτικών.
Ως εκ τούτου, η διάσταση της προσωπικής αναστοχαστικότητας καταλήγει να είναι μονολογική. Με απλά λόγια, οι σκέψεις για τον καθορισμό της δράσης μας περιορίζονται κυρίως στις προσλαμβάνουσες παραστάσεις που έχουμε από την καθημερινή τριβή με τα εγκόσμια.
Ως εκ τούτου, οι απόπειρές μας για περισυλλογή δεν μπορεί παρά να μην είναι πεπερασμένες. Δεν μπορεί παρά να μην είναι εγκλωβισμένες στις διαστάσεις της κοινωνικής πραγματικότητας – έτσι όπως την αντιλαμβάνεται ο καθένας μας.
Επανερχόμενος οπότε στην περιπέτεια του συνανθρώπου μας Χριστόδουλου, φαίνεται πως δεν πρόκειται παρά να αποτελέσει αφορμή μόνο για πρόσκαιρες και επιφανειακές σκέψεις για την ματαιότητα της ζωής, για το φθαρτό του ανθρώπου, για την άγνοια του μέλλοντος κ.ο.κ.
Η αναστοχαστικότητα, σε τελευταία ανάλυση, συνιστά ένα πρόταγμα – δεν είναι μια αυτονόητη καταστατική προκείμενη.
Σχετικά links: Αναστοχαστικότητα και ιδεολογία, Αναστοχαστικότητα και χρόνος, Αναστοχαστικότητα και κοινωνική ευθύνη
Posted by: Evangelos on: October 5, 2007
Σύμφωνα με την προσέγγιση ενός αμφιλεγόμενου μεταμοντέρνου στοχαστή, κυνισμός είναι να μην πιστεύεις σε κάτι αλλά να πράττεις ως εάν πιστεύεις σ’ αυτό.
Πράττουμε δηλαδή στις σύγχρονες, δυτικές βασικά, κοινωνίες μ’ ένα κυνικό σύνδρομο ως στάση ζωής. Κάτι που έχει τρομακτικές συνέπειες σε σχέση με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο μας, ενώ εισάγει και τη γνωστή κριτική περί της κυνικής κοινωνίας όπου το σύστημα πια νομιμοποιείται μέσω της δυσπιστίας απέναντι σε αυτό.
Πιο ειδική, αλλά και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, συνιστώσα πάνω στο θέμα αυτό αποτελούν οι παράγοντες εκείνοι που οδηγούν στην καλλιέργεια μιας τέτοια κουλτούρας – ειδικά υπό το πρίσμα του λεγόμενου πολιτικού κυνισμού.
Σ’ αυτό το πλαίσιο, η υποκρισία μπορεί να θεωρηθεί ως μία από τις πάρα πολλές αλληλο-εμπλεκόμενες προκείμενες που ωθούν στην υιοθέτηση ενός κυνικού τρόπου συμπεριφοράς και αντίληψης της πραγματικότητας.
Στο επίπεδο βέβαια της πολιτικής, οι ανάγκες της πολιτικής επικοινωνίας συχνά επιβάλλουν μια εξόχως υποκριτική συμπεριφορά, η οποία ουδεμία σχέση έχει πολλές φορές με τα πολιτικά πρόσωπα που υποτάσσουν τα προσωπικά τους χαρακτηριστικά στις χαραχθείσες πολιτικές στρατηγικές.
Με μια τέτοια συμπεριφορά νομίζω ήρθαμε αντιμέτωποι και στις πρόσφατες εκλογές.
Πρόκειται για την άρνηση του πρωθυπουργού να συμμετάσχει σε μια οξεία αντιπαράθεση. Άρνηση η οποία ερμηνευόταν από τον ίδιο ως μια στάση ζωής απέναντι σε κάθε είδους πόλωση. Όλοι όμως τον θυμούνται ως αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης να σηκώνει υπερβολικά τους τόνους και να εκστομίζει χαρακτηρισμούς όπως “αρχιερέας της διαφθοράς”.
Βέβαια, δείγματα υποκρισίας, ή έστω προκλητικής ανακολουθίας, μπορείς να εντοπίσεις σχεδόν στο σύνολο των πολιτικών. Και αυτό υπό μια έννοια μπορεί να νοηθεί ως ένας από τους πολλούς ερμηνευτικούς παράγοντες του διάχυτου, πλην ποικιλόμορφου, πολιτικού κυνισμού στη χώρα μας.
Posted by: Evangelos on: September 28, 2007
Ειδικά για αυτούς που δεν μιλούν πολύ για πολιτικά και δεν συμμετέχουν στα κοινά με την κλασική έννοια του όρου, αλλά έχουν κάποιο πολιτικό ενδιαφέρον, η πολιτική διαδικασία στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες είναι κατεξοχήν διαμεσολαβημένη.
Και όταν εννοούμε διαμεσολαβημένη εννοούμε ότι η επικοινωνία γίνεται με την παρεμβολή κάποιου μέσου, και πιο συγκεκριμένα εδώ με την τηλεόραση.
Συνολικά δηλαδή μπορούμε να μιλήσουμε για μια εξεικόνιση ή οθονοποίηση της πολιτικής εμπειρίας. Από εδώ προκύπτει και η προσωποποίηση και αισθητικοποίηση της πολιτικής διαδικασίας.
Αποτέλεσμα αυτών είναι η αποδιοργάνωση του δημόσιου λόγου που εκφυλίζεται σε έναν αποσπασματικό λόγο (τα περίφημα π.χ. sound bytes, ότι δηλαδή ουσιαστικά δε λέγεται τίποτα κατά την διάρκεια εκφοράς του πολιτικού λόγου μέσω της τηλεόρασης).
Συνοδευτικό της απλούστευσης και καθημερινοποίησης της γλώσσας, αλλά και της αυθαίρετης εκπροσώπησης των κοινοβουλευτικών δυνάμεων μετά την απορρύθμιση στο τηλεοπτικό πεδίο (το άνοιγμα ουσιαστικά της τηλεοπτικής αγοράς και την είσοδο ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών), είναι η υποταγή του πολιτικού λόγου στον τηλεοπτικό λόγο.
Από εδώ μπαίνει και η κριτική περί του συντηρητικού χαρακτήρα της τηλεόρασης, με το σκεπτικό ότι η αντιπαράθεση σ’ αυτήν δεν γίνεται με πολιτικούς όρους αλλά με τους περιώνυμους “τηλεοπτικούς όρους” και στο πλαίσιο των νέων μεθόδων πολιτικής επικοινωνίας και πολιτικού μάρκετινγκ.
Η πολιτική οπότε με τη συνδρομή της τηλεόρασης παίρνει ένα κατεξοχήν προσωποπαγή χαρακτήρα στον οποίο δεν χωρούν πολιτικές αναλύσεις και παρουσιάσεις κομματικών προγραμμάτων.
Έτσι οδηγούμαστε σε υβρίδια τύπου ενημερωδιασκέδαση (infotainment), όπου η ανάμειξη ενημέρωσης και διασκέδασης και η αγκίστρωση στην επικαιρότητα κάνει την διασκέδαση ενημέρωση και ανάποδα, αλλά και αποσταθεροποιεί τα όρια ανάμεσα στην είδηση και την ψυχαγωγία.
Αυτή η ανάμειξη πολιτικής, μαζικής επικοινωνίας και καθημερινότητας έχει ονομαστεί στο πλαίσιο της αγγλοσαξονικής βιβλιογραφίας ως pop politics και προκύπτει όταν ο πολιτικός λόγος υπόκειται στην ηγεμονία του εμπορευματικού και τηλεοπτικού λόγου στο πλαίσιο των “πολιτικών βιομηχανιών”.
Πολιτικές βιομηχανίες δε, είναι ένας συλλογικός όρος για να αποτυπωθεί το δίκτυο αλληλοσχηματισμών ανάμεσα στο πολιτικό προσωπικό, την παραγωγή του πολιτικού λόγου, τη διανομή κι διασπορά του πολιτικού λόγου και την εκτίμηση της συνολικής επιρροής του, δηλαδή με άλλα λόγια το σύνολο των πολιτικών, συμβούλων επικοινωνίας, εταιριών δημοσκοπήσεων και ΜΜΕ.
Ο χώρος δηλαδή των πολιτικών μας αναπαραστάσεων είναι αυτός που κατασκευάζεται από τις πολιτικές βιομηχανίες, και ο οποίος λόγω της συνεχής ροής μηνυμάτων δίνει τη λεγόμενη αίσθηση γενικού κλίματος, που ως πρακτική αποδιαρθρώνει τη δημόσια σφαίρα, δημιουργεί ένα συνολικό νέφος όπου πλέον ορατότητα έχει μόνο αυτό που προβάλλεται και διαφημίζεται συνεχώς.
Η δε κατακόρυφη αύξηση της διαφήμισης διευκολύνει την παραγκώνιση του λογικού επιχειρήματος και την καθιέρωση της εκτεταμένης χρήσης των σλόγκαν που καταλύουν τη συνέχεια του Λόγου που οδεύει όλο και περισσότερο προς μια συνθηματική παρουσίαση κατά τα πρότυπα της εμπορευματικής διαφήμισης.
Ως αποτέλεσμα οπότε είναι η μη ταύτιση με αυτό που βλέπουμε στην τηλεόραση, κάτι που αντανακλά και τη μείωση της αξιοπιστίας απέναντι στις ειδήσεις αλλά και τη συνολική μείωση του πολιτικού λόγου ο οποίος παραδοσιακά εκφραζόταν από τον τύπο.
Posted by: Evangelos on: September 18, 2007
Με την ελπίδα κάποιος περισσότερο ειδικός επί του θέματος να με διορθώσει ή να προσθέσει ό,τι κρίνει επιβεβλημένο, παραθέτω κάποιες βασικές αρχές της μαρξικής και μαρξιστικής σκέψης αναφορικά με το κράτος.
Στη μαρξική ανάλυση (δηλαδή σύμφωνα με το Μαρξ):
- Δεν διαμορφώνει το κράτος την κοινωνία αλλά η κοινωνία το κράτος η οποία διαμορφώνεται με τη σειρά της από τον κυρίαρχο τρόπο παραγωγής και τις παραγωγικές σχέσεις. Τοποθετείται έτσι με αυτό τον τρόπο το κράτος στο ιστορικό του πλαίσιο. Ως άλλη ερμηνεία πάντως, η θεωρία του Μαρξ για το κράτος πρέπει να συναχθεί από την θεωρία του για την πολιτική οικονομία όπου η απόσπαση της υπεραξίας και όχι η ταξική πάλη είναι η θεμελιώδης μεταβλητή για την κατανόηση της μορφής του κράτους.
- Το κράτος είναι η πολιτική έκφραση της κυριαρχίας της αστικής τάξης και δεν αντιπροσωπεύει το κοινό αγαθό αφού αυτό προκύπτει για τις παραγωγικές σχέσεις. Ο Ένγκελς μάλιστα υποστήριξε ότι η αφετηρία του κράτους ήταν η ανάγκη να ελεγχθούν οι ταξικές συγκρούσεις – έλεγχο που πραγματοποιεί η οικονομικώς ισχυρότερη τάξη. Η εκτελεστική εξουσία οπότε του σύγχρονου κράτους δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια διαχείριση των “κοινών υποθέσεων” (δηλαδή των συμφερόντων) ολόκληρης της αστικής τάξης η οποία κατέχει ή ελέγχει τα μέσα παραγωγής.
- Το κράτος στην κοινωνία είναι το όπλο καταστολής που διαθέτει η αστική τάξη αλλά είναι και μέρος του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας, των διαφορών και του τρόπου διευθέτησής των ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες. Ο Λένιν π.χ. θεωρούσε ότι πρωταρχική λειτουργία του αστικού κράτους είναι η νομιμοποίηση της εξουσίας και της καταστολής για να επιβληθεί η αναπαραγωγή της ταξικής δομής αλλά και το δικαιϊκό σύστημα είναι επίσης όργανο καταστολής και ελέγχου. Έτσι το κράτος αποτελείται από τους θεσμούς επιβολής του νόμου, τους κυβερνητικούς θεσμούς και τις δημόσιες υπηρεσίες.
Πιο αναλυτικά, οι μαρξιστές λένε ότι το κράτος πρέπει να θεωρείται όργανο της άρχουσας τάξης γιατί πρώτον το προσωπικό του κρατικού συστήματος ανήκει συνήθως στην κυρίαρχη τάξη, δεύτερον διότι η καπιταλιστική τάξη κυριαρχεί στο κράτος χάρη στη γενική οικονομική της δύναμη και τρίτον διότι λόγω της παρεμβολής και της συμμετοχής του στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, δεν θα μπορούσε να είναι τίποτε άλλο – με άλλα λόγια τονίζουν ότι στην καπιταλιστική κοινωνία υπάρχουν δομικοί περιορισμοί στο κράτος (η ύπαρξη δηλαδή της ελεύθερης οικονομίας) που στοχεύουν στη συσσώρευση και αναπαραγωγή του κεφαλαίου.
Για τους Μαρξ και Ένγκελς, τέλος, αναγνωρίζονται δύο επίπεδα κρατικής αυτονομίας από την αστική τάξη. Πρώτον, λόγω της αποστροφής της αστικής τάξης να αναλαμβάνει την άμεση ευθύνη του κρατικού μηχανισμού και των συγκρούσεων ανάμεσα στα ατομικά κεφάλαια που απαιτούν ανεξάρτητη γραφειοκρατία, και δεύτερον, όταν η ταξική πάλη “παγώνει” λόγω της ανικανότητας κάθε τάξης να δείξει ότι εξουσιάζει.
Σχετικά links: Μαρξισμός ΙΙ, Πλουραλισμός
Posted by: Evangelos on: September 5, 2007
Με την ευκαιρία έναρξης αυτού του blog μπορούν να παρατεθούν μερικές όψεις των κριτικών που έχουν αναφερθεί κατά καιρούς για την διαφήμιση και το σύστημα παραγωγής διαφημιστικών εικόνων (ad image system).
Όχι για να προκρίνω μια κουλτούρα απεγκλωβισμού από τα δεσμά του καταναλωτισμού. Απλά για να εντάξω το όλο ζήτημα κάτω από μια βασική προσέγγιση: ο καπιταλισμός δεν μπορεί να καταπολεμηθεί, μπορεί όμως να κατανοηθεί.
Αναμένοντας λοιπόν τον εμπλουτισμό τις λίστας, αναφέρω ενδεικτικά:
– Η σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία μέσω της διαφήμισης έχει οδηγήσει στην κατασκευή μιας γενικευμένης ιεραρχημένης σηματοποίησης όλο και περισσότερων αγαθών
– Ο πολίτης ορίζεται πλέον ως καταναλωτής. Τα άτομα στην καταναλωτική κοινωνία απομακρύνονται από τις παραδοσιακές κοινοτικές αξίες και αναζητούν σε διαρκή βάση μια αυτοεπιβεβαίωση και μια αίσθηση αλληλεγγύης διαμέσου των μηχανισμών της αγοράς.
– Οι άνθρωποι πλέον προσδιορίζονται από τις καταναλωτικές τους συνήθειες και όχι από την επαγγελματική τους θέση και το κοινωνικό τους status.
– Τα υλικά αγαθά επενδύονται πλέον με κοινωνικό νόημα και ισχύ έξω από την από την πραγματική τους αξία.
– Με την διαφήμιση γίνεται μια αναοριοθέτηση του εαυτού με βάση τα σχήματα κατανάλωσης, οπότε η διαφήμιση δεν είναι μόνο μια επιχειρηματική δραστηριότητα αλλά και μια ιδεολογία που αποπροσανατολίζει καθώς μετατοπίζει την ταξική προέλευση του ανικανοποίητου το οποίο διαχέεται σε όλη την κοινωνία.
– Η διαφήμιση επηρεάζει τη σειρά κατάταξης όχι μόνο των προϊόντων αλλά και των αξιών και ενδιαφερόντων μας.
– Η διαφήμιση ισχυροποιεί όπως και οι μύθοι αποδεκτούς τρόπους συμπεριφοράς και δρα ως μηχανισμός μείωσης του άγχους επιλύοντας τις αντιφάσεις μιας πολύπλοκης κοινωνίας.
– Η διαφήμιση στις μέρες μας εκπληρώνει μια λειτουργία που παραδοσιακά εκπλήρωναν η τέχνη και η θρησκεία, διότι η διαφήμιση προσφέρει μια νέα μαγεία που μπορεί να λύσει προβλήματα της ζωής, να παρέχει πλαίσια ερμηνείας των εμπειριών και μια εναλλακτική εκδοχή του κόσμου.
– Βασική λειτουργία της διαφήμισης είναι να δημιουργεί επιθυμίες εκ του μη όντος. Για ορισμένους μάλιστα το κύριο επίτευγμα της διαφήμισης είναι η δημιουργία προβλημάτων και η προσφορά των αντίστοιχων λύσεων μέσω της αγοράς των καταναλωτικών αγαθών.
– Στο πλαίσιο του στόχου να μειωθεί ο φόβος του οικονομικού ρίσκου για τα ΜΜΕ, η διαφήμιση οδηγεί νομοτελειακά στην ομογενοποίηση του τηλεοπτικού προγράμματος, στην προώθηση και βαθμιαία κατίσχυση του ψυχαγωγικού περιεχομένου και τη σταδιακή απομείωση του πολιτικού περιεχομένου στα ΜΜΕ, διότι μόνο η ψυχαγωγία μπορεί να οδηγήσει σε μαζική τηλεθέαση.
– Οι διαφημίσεις δεν αντανακλούν την κοινωνική πραγματικότητα αλλά μας διδάσκουν τρόπους σκέψης και αίσθησής της μέσω των φαντασιώσεων και των ονειροπολήσεων.
– Η συνεχή προβολή διαφημίσεων οδηγεί σε μια υποβάθμιση της καθημερινής γλώσσας η οποία σε τελευταία ανάλυση συνιστά διαστρέβλωση συμβόλων και καθιερωμένων νοημάτων.
– Η εμπορευματική κουλτούρα την οποία προάγει, μπορεί προσφέρει ένα καλύτερο υλικό βιοτικό επίπεδο, στην πράξη όμως φαίνεται να ενθαρρύνει την κοινωνική απάθεια και σε τελευταία ανάλυση την αλλοτρίωση.
– Οι διαφημίσεις αποτελούν συγκεκριμένες αναπαραστατικές πρακτικές που παράγουν νοήματα τα οποία δεν συναντώνται στην πραγματικότητα.
– Σε τελευταία ανάλυση πρόκειται για κατασκευή οικονομίας συμβολικών αγαθών που στοχεύει στην αναπαραγωγή κεφαλαίων που έχουν επενδυθεί, δηλαδή παραγωγή υπεραξίας για τα επενεδυμένα κεφάλαια.
Σχετικά links: Καταναλωτική κοινωνία